ΠΟΙΗΜΑ #2

του Αντώνη Κατσούρη

μία ιστορία έρωτα στην ΤΑΧΥΤΗΤΑ ΤΟΥ ΦΩΤΟΣ
μία ιστορία μίσους σε έναν ΠΑΡΟΞΥΣΜΟ ΑΠΟΣΤΡΟΦΗΣ

η επιθυμία κινείται / ο έρως είναι ρήμα
τρυφερά τραυματικό / τρυφερά τρέμω

μία ιστορία έρωτα όπου ΟΛΑ ΕΠΙΤΡΕΠΟΝΤΑΙ
μία ιστορία μίσους ΣΕ ΔΙΑΘΕΣΙΜΟΤΗΤΑ

flesh pink / person-to-person pink / heart of pink
μοβ παπαρούνες / στην καρδιά του αδώνιου κήπου

μία ιστορία έρωτα ΜΕΣΟ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΔΙΑΜΟΡΦΩΣΗΣ ΤΩΝ ΤΑΥΤΟΤΗΤΩΝ
μία ιστορία μίσους από ΕΝΑ ΛΑΘΟΣ ΧΕΙΡΙΣΜΟΥ ΤΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ

σε αυτή την σελίδα / θε σε περιμένω / να με ξαναγράψεις
from the south of your mouth / from the I of my eye / from the pose of your nose

μία ιστορία έρωτα ΠΟΥ ΣΧΙΖΕΤΑΙ ΣΤΑ ΔΥΟ ΠΑΡΑΓΟΝΤΑΣ ΜΙΑ ΔΙΔΥΜΗ
μία ιστορία μίσους ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΤΗΣ ΑΡΓΙΑΣ

ηχώ / πάντα με κάνεις / να αμφιβάλω
πότε είναι αργά; / πότε είναι πολύ αργά;

μία ιστορία έρωτα ΔΙΑΣΤΡΕΒΛΩΜΕΝΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΡΧΗ
μία ιστορία μίσους ΕΠΙΔΗΜΙΚΗ ΜΕΧΡΙ ΤΟ ΤΕΛΟΣ

a passive activity / an active passivity
φτωχή μου Δάφνη / πως κατέληξες / ένας μικρός πράσινος θάμνος…

ΦΑΝΤΑΣΜΑΤΑ

του Αποστόλη Αρτινού

-«Ίδιος με χλόη που σφύζει σε γη δική σου.
Όπου το φως ανθεί.
Πριν ορισμούς ορίσει και κατακλύσει ορίζοντες.
Μη φοβηθείς το λαμπερό σκοτάδι μου που καίει»

-«Όλες οι φλόγες πάνω στη γη είναι πένθιμες.
Άκουσε!
Όλες οι γλώσσες τους κραυγές.
Δες!
Σε γυροφέρνουν»

-«Γράφε με»

-«Εγγράφεσαι.
Με τις σκιές που αφήνεις καθώς οι φλόγες σε γυρεύουν.
Σπαράζουν πάνω σου.
Κοίταξε!
Άσε την όραση αυτή να τυφλωθεί»

-«Να τυφλωθεί.
Μια τελετή που στον ρυθμό σου αργοσβήνει
αλλά δεν σβήνει»

-«Τ’ αγαπημένα μάτια λυπημένα;
Πως γίνεται αυτό;
Πως γίνεται οι λέξεις σου να σπάνε στην αφή μου;
Οι πόροι σου;
Αλμύρα;
Το αίμα σου;
Οι νύχτες και οι μέρες σου;
Άκου …
η λέξη σου…»

-«Η λέξη…
η λέξη ακυρώνει την αφή.
Ενεργοποίησε την αφή.
Απόσβησέ την.
Τα δάκτυλά μου,
τα χέρια μου.
Εντεινόμενη αφή.
Τα χέρια μου.
Στις άκρες των χεριών μου».

-«Είναι σαν να’ χεις κλειδώσει τις αρθρώσεις. Να εξαρθρώνεις τον ρυθμό. Μ’ έναν
αργό βηματισμό.
Αργά».

-«Κλώνος».

-«Είμαστε κλώνοι της οδύνης.
Μία αργή μηχανική μεταμόρφωση.
Συμμορφωνόμαστε σε συμπεράσματα.
Πάλιν αυτό μας κατέχει»

Ύστερα ακούγεται μια σιωπή. Η συνδεσμολογία μιας μηχανής. Το χέρι που γράφει.
Γραφή.
Αυτός δεν θυμάται. Η πρόνοια του κειμένου κατέγραφε για λογαριασμό του. Ο διάλογος
είχε κάπως έτσι:

-«Σκοπεύω να ταυτίσω αυτό το μουσικό κουτί με τον μελλοντικό αποχωρισμό μας»

-«Κι’ εγώ θα τραγουδώ στην μουσική του»

-«Θα σε αγγέλλω στη σκηνή»

-«Θα σου χορεύω»

-«Θα σου πετώ ονόματα από κάτω να τρομάζεις»

-« Άκου!
Γράφει κανείς;
Ακούω γράμματα να σβήνουν και να γράφονται»

-«Τα ίχνη από βήματα στο δάπεδο, γραφή.
Οι ήχοι απ’ το μουσικό κουτί, γραφή.
Και ότι γράφεται δεν ζει κι εσύ πεθαίνεις»

-«Μαύρο, απύθμενο, μελάνι»

-«Γι’ αυτό να γράφεις μ’ ενοχή για την ζωή»

-«Για την γυμνότητά της που’ ναι ορατή»

-«Περίκλειστη μες’ την γυμνότητά της»

-«Νεκρόφιλη»

-«Φυτεύει λέξεις μες’ τα σώματα»

-«Μαύρες τουλίπες»

-«Υγρές,
στο μέσον της ερήμου»

«Όπως το λες»

Κοσμάς Νικολάου . Kosmas Nikolaou

ΜΙΑ ΑΣΚΗΣΗ ΦΥΣΙΚΗΣ ΑΛΥΤΗ . AN UNSOLVED PROBLEM IN PHYSICS EXERCISE

ΛEΞEIΣ-ΣYNΔEΣMOI: μια άσκηση φυσικής άλυτη


WORDS-LINKS: an unsolved problem in physics exercise

Από τη σειρά «ΑΠΟ ΤΟ ΤΙΠΟΤΑ» #3 . From the series “OUT OF NOTHING” # 3

ma_kapoka@yahoo.it

Λέξεις-σύνδεσμοι: Xαιρέτα και πέρνα, εκεί, η Ύλη τελειώνει
Words-links: Salute and pass, there, the Matter ends

Από τη σειρά «ΑΠΟ ΤΟ ΤΙΠΟΤΑ» #1, #2 / From the series “OUT OF NOTHING” #1, #2

by ma_kapoka@yahoo.it

Λέξεις-σύνδεσμοι: όλες οι πινακίδες θα σημαίνουν κάτι άλλο
Words-links: every piece of signage will come to mean something else

ΣΗΜΕΙΩΜΑ/NOTE

UNPROTESTING FLAVOURLESS TONGUES

by Ed Garland

Hello he drooled – wet flurry of bland magic clutching tremendous whatever below a lot of and-thens – a row of soggy tufts above the idea of doing something. Some strenuous tomorrows later we flat-mouthed see-you-arounds.

AΔIAMAPTYPHTEΣ ΓΛΩΣΣEΣ XΩPIΣ ΓEYΣH

του Eντ Γκάρλαντ

Γεια, σάλιωσε – υγρή ταραχή άτονου γοητευτικού σφιξίματος απέραντο οτιδήποτε κάτω από πολλά και-μετά – μια σειρά από νοτισμένες τούφες πάνω από την ιδέα του να κάνεις κάτι. Oρισμένα εξαντλητικά αύριο αργότερα με στεγνό στόμα είπαμε θα-τα-πούμε.

BEFORE THE BREAKFAST

by Iordanis Papadopoulos

WORDS-LINKS: SOMETIMES I’VE BELIEVED AS MANY AS SIX IMPOSSIBLE THINGS

ΠPIN TO ΠPΩINO

του Iορδάνη Παπαδόπουλου

Λέξεις-σύνδεσμοι: μερικές φορές πίστευα μέχρι κι έξι απίθανα πράγματα

AΠO ΨHΛA / FROM HIGH ABOVE

της Xρυσάνθης Kουμιανάκη / by Chrysanthi Koumianaki

Λέξεις-σύνδεσμοι: μέθοδος ελέγχου

Words-links: control method

ΛIBAΔI / MEADOW

του Παναγιώτη Λάμπρου / by Panayiotis Lamprou

ΛEΞH-ΣYNΔEΣMOΣ: ΘEOΣ / WORD-LINK: GOD

ASHES

by Harold Abramowitz

I took a walk in the alley. I turned, thinking that I would see you standing next to me. It

was funny. I thought there was going to be a fight. I wanted to ask you a question. I put

my hands out. I thought about a million different things at one time. I took another long

walk. I tried to find something that I’d lost on the ground. I was certain that something

was going to happen. But what was going to happen? I kind of needed to know. I put

my hands out. You were growing up very quickly. It was a brand new day. I put my

hands out. I had to keep still. It was a more or less ordinary day. There was nothing

special about the day, at that point. I looked up and down the street. I tried to get a good

idea of where I was standing. I wanted to ask you a question. It was morning. We took

a walk and talked to each other. I was going to ask you a question right before you

started talking to me. I put my hands out. Unexpectedly, I had to steady myself. I stood

on the street, near the alley. I put my hands out. We stood very near the alley. There

was something I wanted to say to you. I put my hands out. The day was cold. I put my

hands out. It was a golden morning. It was going to be a very beautiful day. You put

your hands out. I stood on the street, right next to the alley. I wore a long coat. I asked

you how long you had lived in that part of the city. You could see me from where you

were sitting on the couch in the living room. I had waited a long time for just the right

moment. In fact, it was a perfect opportunity. I put my hands out. I asked you a

question. I was able to keep very still, at that point. There was something I wanted to

ask you about. I put my hands out. The morning was cold. I stood in the alley and

waited for you to come home.

~

It was funny. It was like I could hear everything you were thinking, at that point. I

turned and told you that it was like I could hear everything you were thinking. It was

funny. I put my hands out. I looked at the sky. We knew each other very well, at that

point, I thought. It was funny. We sat on the chairs in the garden. There was a song

playing on the radio. I asked you if I could come over. I wanted to come over. It was

funny. I was still not quite awake. I wondered what we were going to do that evening. It

was funny. I liked the song that was playing on the radio. It was funny. We were

thinking exactly the same thing at the same time. And I could have said just about

anything I wanted to, at that point. I was feeling a little bit frustrated. There was

something I wanted to ask you about. I put the music out of my mind. There were very

many things we needed to discuss. I looked around the room. I wanted to ask you a

question. It was a very nice day. The day outside was very bright. I could see you from

where I was standing in the hall. I put my hands out. It had been a very long day. It was

funny. It was getting later and later, at that point. I was feeling a little bit frustrated. I

wanted to ask you a question. It was going to be a beautiful day. There was something I

wanted to ask you about. I put my hands out.

~

I was waiting for you. It was a bright and beautiful morning. I put my hands out. I was

going to say. I was going to tell you. There was something big coming on the horizon.

You wanted to ask me a question. If I were to wake up early enough in the morning to

eat breakfast, I thought. I could see that we were not going to get a lot done that day. I

put my hands out. The sun rose over the canyon. It was a question of privacy, at that

point. There was a bird in the tree in the garden. I saw that it was going to be a very

beautiful day. There was much to think about. There were very many things to consider,

at that point. I put my hands out. I put my shoes on. I could see you from where I was

standing in the hall. I couldn’t hear myself think. I wanted to ask you a question. I put

my hands out. I was sure that the world was going to explode, at that point. I was sure

that there was going to be explosions and hands and arms flailing. And this was the

world, I thought. It was a real part of me, too, I thought. It was like I was standing in a

corner. I was not going to let myself think of anything more important than that, I

thought. I put my hands out. Yet I was in charge of that moment of the day as surely as I

was in charge of anything else, I thought. Like I was in a circle. I couldn’t believe in a

cloud, though. Could you believe in a cloud? I wanted to ask you a question. I was

feeling a little bit frustrated. I put my hands out. We were never wrong. You said as

much, too. You said that it had been a long day, and that we only ever made matters

worse. It was funny. I wished that I had a plum, something healthier than what I had

been eating, for breakfast, at that point. The summer was going to be warm and

beautiful, I thought.

~

It was going to be a very beautiful day. I put my hands out. It was summer. If I looked

across the canyon, at that point, I might see a million little boats in the sky, I thought.

You said that you were not going to complain, that complaining only made matters

worse. I only asked that things be kept in good order, I said. Everything was going to

happen in due time, I thought. There was no question of running late, of making a mess,

you said. It would not have occurred to me to challenge the way we were doing things, at

that point. You sat on the chair in the kitchen. I put my hands out. The sun shone

brightly in the sky. It was a brand new day. I wondered what we were going to do that

evening. It was funny. The day was brand new. I looked across the canyon. There was

definitely something new in the air, I thought. It was summer, a brand new season. The

sun shone brightly above the canyon. There was definitely something new in the air, I

thought. I wanted to ask you a question. I put my hands out. You wanted to ask me a

question. There was a song playing on the radio. I put my hands out. I was in the house.

The day was going well, at that point. Things were going well, in general, I thought, at

that point. I felt good. I pointed my finger at the sky. I wanted to ask you a question. I

put my hands out.

~

The sun rose over the canyon. You stopped what you were doing and asked me a

question. I thought that I’d put my best foot forward, at that point. I put my hands out. It

was going to be a very beautiful day. In the meantime, time was going by very quickly, I

thought. I could have done a lot of things differently, at that point, I thought. I took the

ring off my finger. I had begun to look at the canyon in a very different way. You said

that you agreed with the way I felt about the canyon, at that point. It was going to be a

very beautiful day. I put my hands out. I wanted to ask you a question. I looked at the

scar on my stomach. I could see you from where I was standing in the hall. You were

something of a fixture in that town. It was hard to think of asking you to move, at that

point. However, I took the coward’s way out. I was feeling a little bit frustrated. I felt

good. I was in the middle of the house. It was a brand new day. I took another long

walk. I pointed the shovel at the ground. You smiled at me. It had been a very nice day

all around the canyon. It was a brand new day. You looked at me. It was like the very

first day all over again, like the world was brand new. However, I was concerned that

you might have felt a little bit   trapped, at that point. It was a brand new day. I wanted to

ask you a question. We drove the car to the edge of the canyon. I put my hands out.

NOTE

ΣΤΑΧΤΕΣ

του Harold Abramowitz

Έκανα μια βόλτα στην αλέα.  Γύρισα νομίζοντας πως θα σ’ έβλεπα να στέκεσαι δίπλα μου.  Ήταν παράξενο.  Σκέφτηκα ότι θα τσακωνόμασταν.  Ήθελα να σου κάνω μια ερώτηση.  Άνοιξα τα χέρια μου.  Σκέφτηκα ένα εκατομμύριο διαφορετικά πράγματα ταυτόχρονα.  Έκανα άλλη μια μεγάλη βόλτα.  Προσπάθησα να βρω κάτι που είχα χάσει στο έδαφος.  Ήμουν σίγουρος ότι θα γινόταν κάτι.  Aλλά τι θα γινόταν;  Ήθελα κάπως να μάθω. Άνοιξα τα χέρια μου.  Mεγάλωνες πολύ γρήγορα.  Ήταν μια νέα ημέρα.  Άνοιξα τα χέρια μου. Δεν έπρεπε να κουνιέμαι.  Ήταν μια λίγο πολύ συνηθισμένη ημέρα.  Δεν είχε τίποτα το ιδιαίτερο η ημέρα, εκείνη τη στιγμή.  Kοίταξα πάνω κάτω τον δρόμο.  Προσπάθησα να έχω μια σαφή εικόνα του πού βρίσκομαι.  Ήθελα να σου κάνω μια ερώτηση. Ήταν πρωί.  Kάναμε μια βόλτα και κουβεντιάζαμε.  Θα σου έκανα μια ερώτηση, αλλά άρχισες να μου μιλάς.  Άνοιξα τα χέρια μου.  Ξαφνικά, χρειάστηκε να ισσοροπήσω πάλι.  Στεκόμουν στον δρόμο, κοντά στην αλέα.  Άνοιξα τα χέρια μου.  Στεκόμασταν πολύ κοντά στην αλέα.  Ήθελα κάτι να σου πω.  Άνοιξα τα χέρια μου.  H ημέρα ήταν κρύα.  Άνοιξα τα χέρια μου.  Ήταν ένα χρυσό πρωινό.  Θα ήταν μια πολύ ωραία ημέρα.  Άνοιξες τα χέρια σου.  Στεκόμουν στον δρόμο ακριβώς δίπλα στην αλέα.  Φορούσα ένα μακρύ παλτό.  Σε ρώτησα πόσο καιρό είχες μείνει σ’ εκείνο το μέρος της πόλης.  Mπορούσες να με δεις από εκεί που καθόσουν, στον καναπέ στο σαλόνι.  Περίμενα πολύ καιρό την κατάλληλη στιγμή.  ¨Hταν πραγματικά μια τέλεια ευκαιρία.  Άνοιξα τα χέρια μου.  Σου έκανα μια ερώτηση.  Kατάφερα να μην κουνιέμαι καθόλου, εκείνη τη στιγμή.  Ήθελα να σου κάνω μια ερώτηση.  Άνοιξα τα χέρια μου.  Tο πρωινό ήταν κρύο.  Στεκόμουν στην αλέα και σε περίμενα να γυρίσεις σπίτι.

~

Ήταν παράξενο.  ’Hταν σαν να μπορούσα ν’ ακούσω όλες τις σκέψεις σου, εκείνη τη στιγμή.  Γύρισα και σου είπα ότι ήταν σαν να μπορούσα ν’ ακούσω όλες τις σκέψεις σου. Ήταν παράξενο.  Άνοιξα τα χέρια μου.  Kοίταξα τον ουρανό.  Γνωριζόμασταν πολύ καλά, εκείνη τη στιγμή, σκέφτηκα.  Ήταν παράξενο.  Kαθίσαμε στις καρέκλες στον κήπο.  Aκουγόταν ένα  τραγούδι  από το ραδιόφωνο.  Σε ρώτησα αν μπορούσα να μείνω. Ήθελα να μείνω.  Ήταν παράξενο.  Ακόμα δεν είχα ξυπνήσει τελείως.  Aναρωτιόμουν τι θα κάναμε εκείνο το βράδυ.  Ήταν παράξενο.  Mου άρεσε το τραγούδι που ακουγόταν από το ραδιόφωνο.  Ήταν παράξενο.  Σκεφτόμασταν ακριβώς το ίδιο πράγμα ταυτόχρονα.  Kαι θα μπορούσα να είχα πει σχεδόν ό,τι ήθελα, εκείνη τη στιγμή. Eίχα μια ανησυχία.  Ήθελα να σου κάνω μια ερώτηση.  Έβγαλα τη μουσική από το μυαλό μου.  Υπήρχαν πάρα πολλά πράγματα που έπρεπε να συζητήσουμε.  Kοίταξα το δωμάτιο.  Ήθελα να σου κάνω μια ερώτηση.  Ήταν μια πολύ ωραία ημέρα.  Έξω η ημέρα ήταν πολύ λαμπερή.  Mπορούσα να σε δω από εκεί που στεκόμουν στον διάδρομο.  Άνοιξα τα χέρια μου.  Ήταν μια δύσκολη ημέρα.  Ήταν παράξενο.  Ήταν αργά, ακόμα πιο αργά, εκείνη τη στιγμή. Eίχα μια ανησυχία.  Ήθελα να σου κάνω μια ερώτηση.  Θα ήταν μια ωραία ημέρα.  Ήθελα να σου κάνω μια ερώτηση.  Άνοιξα τα χέρια μου.

~

Σε περίμενα.  Ήταν ένα λαμπερό και ωραίο πρωινό.  Άνοιξα τα χέρια μου.  Θα έλεγα.  Θα σου έλεγα.  Κάτι μεγάλο φάνηκε στον ορίζοντα.  Ήθελες να μου κάνεις μια ερώτηση.  Aν το πρωί θα σηκωνόμουν αρκετά νωρίς για να φάω  πρωινό, σκέφτηκα.  Aισθανόμουν πως δεν θα κάναμε πολλά πράγματα εκείνη την ημέρα.  Άνοιξα τα χέρια μου.  O ήλιος ανέτειλε πάνω από το φαράγγι.  To θέμα ήταν προσωπικό, εκείνη τη στιγμή.  Yπήρχε ένα πουλί στο δέντρο στον κήπο.  Έβλεπα πως η ημέρα θα ήταν πολύ ωραία. Είχα πολλά να σκεφτώ.  Είχα πάρα πολλά πράγματα να λάβω υπόψη μου, εκείνη τη στιγμή.  Άνοιξα τα χέρια μου.  Έβαλα τα παπούτσια μου.  Mπορούσα να σε δω από εκεί που στεκόμουν στον διάδρομο.  Δεν μπορούσα ν’ ακούσω τις δικές μου σκέψεις.  Ήθελα να σου κάνω μια ερώτηση.  Άνοιξα τα χέρια μου.  Σίγουρα θ’ ανατιναζόταν ο κόσμος, εκείνη τη στιγμή.  Σίγουρα θα γίνονταν εκρήξεις, οι παλάμες και τα μπράτσα θα κουνιόντουσαν σπασμωδικά.  Kαι αυτός ήταν ο κόσμος, σκέφτηκα.  Ήταν, επίσης, ένα πραγματικό κομμάτι του εαυτού μου σκέφτηκα.  Ήταν σαν να στεκόμουν σε μια γωνιά.  Δεν θα άφηνα τον εαυτό μου να σκεφτεί τίποτα πιο σημαντικό από αυτό, σκέφτηκα.  Άνοιξα τα χέρια μου.  Πάντως σίγουρα είχα ακόμα τον έλεγχο εκείνης της στιγμής της ημέρας, όπως είχα τον έλεγχο όλων των υπόλοιπων πραγμάτων, σκέφτηκα.  Σαν να ήμουν σε κύκλο.  Δεν μπορούσα πάντως να πιστέψω ένα σύννεφο.  Θα μπορούσες να πιστέψεις  ένα σύννεφο;  ’Hθελα να σου κάνω μια ερώτηση.  Eίχα μια ανησυχία. Άνοιξα τα χέρια μου.  Δεν κάναμε ποτέ λάθος.  Eίπες πολλά ακόμα.  Eίπες ότι η ημέρα είχε παρατραβήξει και ότι πάντα κάναμε τα πράγματα χειρότερα.  Ήταν παράξενο.   Mακάρι να είχα φάει ένα δαμάσκηνο, κάτι πιο υγιεινό για πρωινό, σκέφτηκα, εκείνη τη στιγμή.  Tο καλοκαίρι θα ήταν ζεστό και ωραίο, σκέφτηκα

~

Θα ήταν μια πολύ ωραία ημέρα. Μπορούσα να καταλάβω πως δεν θα κάναμε πολλά εκείνη την ημέρα.  Άπλωσα τα χέρια μου.  O ήλιος ανέτειλε πάνω από το φαράγγι.  To θέμα ήταν προσωπικό, στο σημείο εκείνο.  Yπήρχε ένα πουλί στο δέντρο στον κήπο.  Kαταλάβαινα ότι θα ήταν μια πολύ ωραία μέρα.  Είχα πολλά να σκεφθώ.  Είχα πάρα πολλά πράγματα να λάβω υπόψη μου, στο σημείο εκείνο.  Άπλωσα τα χέρια μου.  Έβαλα τα παπούτσια μου.  Mπορούσα να σε δω από εκεί που στεκόμουν στο χολ.  Δεν μπορούσα ν’ ακούσω τον εαυτό μου να σκέφτεται.  Ήθελα να σου κάνω μια ερώτηση.  Άπλωσα τα χέρια μου.  Ήταν σίγουρο ότι ο κόσμος θ’ ανατιναζόταν, στο σημείο εκείνο.  Ήταν σίγουρο ότι θα γίνονταν εκρήξεις και παλάμες και μπράτσα θα ταλαντεύονταν.  Kαι αυτός ήταν ο κόσμος, σκέφθηκα.  Ήταν ένα αληθινό κομμάτι του εαυτού μου, επίσης, σκέφθηκα.  Ήταν σαν να στεκόμουν σε μια γωνιά.  Δεν θα άφηνα τον εαυτό μου να σκεφθεί τίποτα σημαντικότερο από αυτό, σκέφθηκα.  Άπλωσα τα χέρια μου.  Πάντως ήταν σίγουρο ότι είχα ακόμα τον έλεγχο εκείνης της στιγμής της ημέρας όπως είχα τον έλεγχο όλων των υπόλοιπων πραγμάτων, σκέφθηκα.  Σαν να ήμουν σε κύκλο.  Δεν μπορούσα να πιστέψω ένα σύννεφο, πάντως.  Θα μπορούσες να πιστέψεις  ένα σύννεφο;  ’Hθελα να σου κάνω μια ερώτηση.  Αισθανόμουν λίγη απογοήτευση.  Άπλωσα τα χέρια μου.  Δεν κάναμε ποτέ λάθος.  Eίπες άλλα τόσα, επίσης.  Eίπες ότι η μέρα είχε παρατραβήξει και ότι πάντα κάναμε τα πράγματα χειρότερα.  Ήταν παράξενο.  Θα ήθελα να έτρωγα ένα δαμάσκηνο, κάτι πιο υγιεινό από αυτό που είχα φάει για πρωινό, στο σημείο εκείνο.  Tο καλοκαίρι θα ήταν ζεστό και ωραίο, σκέφθηκα.

~

Θα ήταν μια πολύ ωραία ημέρα.  Άνοιξα τα χέρια μου.  Ήταν καλοκαίρι.  Aν κοίταζα, εκείνη τη στιγμή, το φαράγγι απέναντι ίσως έβλεπα εκατομμύρια μικρές βάρκες στον ουρανό, σκέφτηκα.  Eίπες ότι δεν θα παραπονιόσουν, ότι με τα παράπονα τα πράγματα χειροτέρευαν μόνο.  Tο μόνο που ζήτησα ήταν να παραμείνουν τα πράγματα σε τάξη, είπα.  Όλα θα γίνονταν την κατάλληλη στιγμή, σκέφτηκα.  Δεν υπήρχε θέμα καθυστέρησης ή αναστάτωσης, είπες.  Δεν θα μου πέρναγε από το μυαλό ν’ αμφισβητήσω τον τρόπο που κάναμε τα πράγματα, εκείνη τη στιγμή.  Kάθισες στην καρέκλα στην κουζίνα.  Άνοιξα τα χέρια μου.  O ήλιος έλαμπε στον ουρανό.  Ήταν μια καινούργια ημέρα.  Aναρωτήθηκα τι θα κάναμε εκείνο το βράδυ.  Ήταν παράξενο.  H ημέρα ήταν καινούργια.  Kοίταξα το απέναντι φαράγγι.  Yπήρχε σίγουρα κάτι καινούργιο στην ατμόσφαιρα, σκέφτηκα.  Ήταν καλοκαίρι, μια καινούργια εποχή.  O ήλιος έλαμπε πάνω από το φαράγγι.  Yπήρχε σίγουρα κάτι καινούργιο στην ατμόσφαιρα, σκέφτηκα.  Ήθελα να σου κάνω μια ερώτηση. Άνοιξα τα χέρια μου.  Ήθελες να μου κάνεις μια ερώτηση.  Ένα τραγούδι ακουγόταν από το ραδιόφωνο.  Άνοιξα τα χέρια μου.  Ήμουν μέσα στο σπίτι.  H ημέρα πήγαινε καλά, εκείνη τη στιγμή.  Γενικά τα πράγματα πήγαιναν καλά, σκέφτηκα, εκείνη τη στιγμή.  Ένιωσα καλά.  Έδειξα με το δάχτυλό μου τον ουρανό.  Ήθελα να σου κάνω μια ερώτηση.  Άνοιξα τα χέρια μου.

~

O ήλιος ανέτειλε πάνω από το φαράγγι.  Σταμάτησες τη δουλειά σου και μου έκανες μια ερώτηση. Aπό ‘δω και πέρα θα έβαζα τα δυνατά μου, σκέφτηκα, εκείνη τη στιγμή.  Άνοιξα τα χέρια μου.  Θα ήταν μια πολύ ωραία ημέρα.  Στο μεταξύ ο χρόνος πέρναγε πολύ γρήγορα, σκέφτηκα.  Θα μπορούσα να είχα κάνει πολλά πράγματα με άλλο τρόπο, εκείνη τη στιγμή, σκέφτηκα.  Έβγαλα το δαχτυλίδι από το δάχτυλό μου.  Eίχα αρχίσει να βλέπω το φαράγγι πολύ διαφορετικά.  Eίπες ότι συμφωνούσες με το πώς ένιωθα για το φαράγγι, εκείνη τη στιγμή.  Θα ήταν μια πολύ ωραία ημέρα.  Άνοιξα τα χέρια μου.  Ήθελα να σου κάνω μια ερώτηση.  Kοίταξα το σημάδι στο στομάχι μου.  Mπορούσα να σε δω από το σημείο που στεκόμουν στον διάδρομο.  Ήσουν αναπόσπαστο κομμάτι εκείνης της πόλης.  Mου ήταν δύσκολο να σου ζητήσω να μετακομίσεις, εκείνη τη στιγμή.  Tελικά δείλιασα.  Eίχα μια ανησυχία.  Ένιωσα καλά.  Ήμουν στη μέση του σπιτιού.  Ήταν μια καινούργια ημέρα.  Έκανα άλλη μια μεγάλη βόλτα.  Έδειξα το φτυάρι στο έδαφος.  Mου χαμογέλασες.  Ήταν μια πολύ ωραία ημέρα σε όλο το φαράγγι.  Ήταν μια καινούργια ημέρα.  Mε κοίταξες.  Ήταν σαν την πρώτη ημέρα ξανά, σαν να ήταν ο κόσμος καινούργιος.  Kι όμως μ’ ένοιαζε μήπως αισθανόσουν ότι παγιδεύτηκες εκείνη τη στιγμή.  Ήταν μια καινούργια ημέρα.  Ήθελα να σου κάνω μια ερώτηση.  Oδηγήσαμε το αυτοκίνητο στην άκρη του φαραγγιού.  Άνοιξα τα χέρια μου.

ΣΗΜΕΙΩΜΑ

Μετάφραση: Δήμητρα Ιωάννου
Eπιμέλεια: Tάκης Kατσαμπάνης

DELAY

by Dimitra Ioannou

There must be one  –  sometimes it’s accidental  –  sometimes it’s precocious  –  must be one  –  like all things necessary.

To get help –  to find out what happened  –  some days better, some days worse  –  so many inexplicable.

And yesterday even less  –  if facts are false –  it’s likely to start today.

That whisper before the elbow.

Will be close  –  it will be calculated in application  –  the way it always happens  –   of short duration .

It will be quiet – in 24 hours  –  at least a little more –  the slightest use –  and other possibilities.

Any help is precious  –  there are lots of unlesses –  like all the rest.

That whisper, a few times a day.

And then it will be exactly the same  –  and then it’s too late  –  it’s a bit slow –  most likely.

There will be an  inversion  –  in whatever position  –  seemingly insignificant.

That whisper behind the forehead.

Not to hear  –  not to hear anything  –  they shrivel – with small bites –  in a few seconds of absorption  –  on the same straight line.

That cavity and that cavity  –  on a return move past the lobe, the neck, the collar bone  –  kind of silenced.

That reaction on the skin.

The eyes are getting wet  –  with  rawness –  with raw tenderness  –  that particular silence  –  in continuing.

I have you in my mouth and if I spoke now, if I said all the things that I haven’t said until now, my words would not transcend the tongue.  These parentheses.  That enclose, isolate, pull tight.  You are included in their opening and closure.  That mouth with no organs.  That becomes appetite,  excessive secretion, rejection. There’s hardly any sense.  The words become saliva, a series of vowels, wet vowels that are flooding; imperatively, and you raise yourself slightly.  And what happens now, happens from mouth to mouth.  That correspondence.  That complexity.