HOTEL WOMEN / ΣΥΝΤΟΜΑ ΡΟΜΑΝΤΙΚΑ (ΑΥΤΟ)ΠΟΡΤΡΕΤΑ ΚΑΙ ΕΠΕΙΣΟΔΙΑ

ΤΟΥ AντΩΝΗ ΚΑΤΣΟΥΡΗ

Mάρτιος 2013

Μίρνα Μ. Μάϊνορ (2012)
Στην Ρωσία, η αποφοίτηση από το Γυμνάσιο

γιορτάζεται με έναν Χορό, που λέγεται

το Τελευταίο Κουδούνι.

Τα κορίτσια φοράνε σκουρόχρωμα φορέματα,

κεντημένες ποδιές

και φιόγκους στα μαλλιά

(δεν ξέρω τι φοράνε τα αγόρια).

Αγόρασα μια τέτοια στολή, της σοβιετικής εποχής,

από το eBay,

αλλά δεν μπορώ να την φορέσω…

Δεν είναι το νούμερό μου.

Ανώνυμη (2012)
Στο διπλανό δωμάτιο

η αδελφή μου και ο φίλος της

αναστενάζουν γλυκά…

Κι εγώ ανοίγω το πορτοφόλι της

και κλέβω 30 ευρώ,

για να αγοράσω ναρκωτικά.

Στο διπλανό δωμάτιο

η μητέρα μου και το αφεντικό της

αναστενάζουν τυπικά…

Κι εγώ ανοίγω το πορτοφόλι της

και κλέβω 50 ευρώ,

για να αγοράσω ναρκωτικά.

Στο διπλανό δωμάτιο

ο πατέρας μου και η αδελφή μου

αναστενάζουν, όπως μόνο αυτοί ξέρουν…

Κι εγώ ανοίγω το πορτοφόλι του

και κλέβω 100 ευρώ,

για να αγοράσω ναρκωτικά.



Miss Beatrice Brunch a.k.a. Mlle Ortance d’ Omelette (19..)
BEATRICEBRUNCH

***

(9.11.2012)

Νάνσυ (2012)
… τρυφερά, τρυφερά, με έμφυτη ευγένεια,

τα χέρια κάνουν την δουλειά τους

υπάρχει ένα ακόμα κουμπί και υπάρχει ένας ώμος και υπάρχει ένα σκοτάδι 

και το σκοτάδι σαν μια σκιά πέφτει πάνω στον κήπο

που το ένα χέρι την τραβάει και το άλλο την πετάει


ΤΟΣΟ ΠΟΛΥ ΣΚΟΤΑΔΙ ΠΕΤΑΜΕΝΟ ΣΤΟ ΜΕΛΛΟΝ 


…τρυφερά, τρυφερά, με έμφυτη ευγένεια, 

το χιόνι σκεπάζει τον κήπο

σκοτεινές πελερίνες πέφτουν από τον ουρανό

και εγώ, για να μην με σκεπάσουν, 

τρέχω στην επόμενη σελίδα

d. (2012)

κάθε φορά που επιστρέφω στο σπίτι, στέκομαι στην πόρτα και λέω

«είναι η ώρα που ένα τέρας θα με φάει»

και με τρώει
κάθε φορά που πηγαίνω για ύπνο, σβήνω τα φώτα και λέω

«είναι η ώρα που ένα τέρας θα με φάει» 

και με τρώει
κάθε φορά που ξυπνάω, σηκώνομαι από το κρεβάτι και λέω

«είναι η ώρα που ένα τέρας θα με φάει» 

και με τρώει
κάθε φορά που μπαίνω στην μπανιέρα, τραβάω την κουρτίνα και λέω

«είναι η ώρα που ένα τέρας θα με φάει»

και με τρώει
κάθε φορά που φεύγω από το σπίτι, κλειδώνω και λέω

«είναι η ώρα που ένα τέρας θα με φάει» 

και με τρώει


Δάφνη
Μαύρες βιόλες. 

Σαν Μαύρο βελούδο.

Μαύρες τουλίπες. 

Με μοβ στίγματα.

Μαύροι ελλέβοροι.

Που θα ανθίσουν τον Δεκέμβριο.
Ο μικρός Μαύρος κήπος μου

είναι σχεδόν έτοιμος.

Του λείπει μόνο ο 
Μαύρος κισσός.

Ο φύλακάς του.

***


9.3.2011

Βέρα (1988)
Φυσικά και τους απείλησα λέγοντάς τους ότι υπάρχει ένα μυστικό ημερολόγιο. Έπρεπε να προστατέψω τη ζωή μου και έκανα ακριβώς ότι με έχουν διδάξει τα είδωλά μου… η Τάρα, η Τζέσικα, η Βίβιαν, η Ρενέ. Τι θα έκανα χωρίς αυτές; Με έχουν διδάξει ότι στη ζωή πρέπει να αυτοσχεδιάζουμε και ότι στη ζωή μόνο τα καλά κορίτσια κρατάνε ημερολόγιο γιατί τα άλλα κορίτσια απλά δεν έχουν τον χρόνο. Αυτοσχεδίασα και είπα ψέματα. Και αν αυτοί οι αγενείς κύριοι κάποια στιγμή ανακαλύψουν ότι δεν υπάρχει κανένα κρυφό ημερολόγιο, τότε η ζωή μου θα κινδυνεύει πραγματικά.

Έξω αρχίζει να σκοτεινιάζει και η βροχή συνεχίζεται. Νομίζω ότι μόλις πέρασε η Ελ – μόνο αυτή θα μπορούσε να έχει μία τέτοια ομπρέλα. Η σερβιτόρα φέρνει την παραγγελία, χαμογελά και λέει κάτι γιά το μήκος των μαλλιών μου. Αρχίζω να βγάζω τα γάντια μου και ένα ξαφνικό ρίγος με διαπερνά. Παγώνω. Και χωρίς να το θέλω, νιώθω ότι αυτό ίσως είναι το τελευταίο λονδρέζικο τσάι της ζωής μου.

Τάρα, Τζέσικα, Βίβιαν, Ρενέ…
Έτσι θα τελειώσουν όλα;

***

(9.4.2011)

Δάφνη

Γδαρμένα τα γόνατά μου,
κόκκινα τα δάχτυλά μου
και το καλάθι γεμάτο
με τις πρώτες αγριοφράουλες
του φετεινού χειμώνα.

・・・

Τα βράδια ανοίγω το παράθυρό μου
και προσπαθώ να πιάσω την κουβέντα
μ’ ένα αηδόνι,
εκεί ψηλά στην καρυδιά.
Αλλά σφυρίζω σαν σουσουράδα.

*

Λώρα (1969)

Και ο αέρας
παίρνει το αγαπημένο μου μαντήλι
(ένα vintage Pucci)
καθώς πιάνω τα 150,
με αυτό το ολόλευκο
ανοιχτό Ford Mustang
– το τρόπαιό μου,
για τις υπηρεσίες που πρόσφερα
χθές βράδυ
στην σουίτα Νο 8.

*

Ωρόρα* (Μια φορά κι έναν καιρό)

Μού άνοιξε μια ηλικιωμένη υπηρέτρια. Έριξε μια βιαστική ματιά στην κατάστασή μου -ήμουν βρεγμένη ως το κόκκαλο από την ξαφνική καταιγίδα- και με οδήγησε σε μια ευρύχωρη κουζίνα. Μού σέρβιρε ένα πλουσιοπάροχο δείπνο και μετά -πάντα αμίλητη- μ’ ένα κερί με οδήγησε μέσα από σκοτεινούς διαδρόμους σε μια κρεβατοκάμαρα. Το κρεβάτι ήταν ήδη στρωμένο με είκοσι στρώματα και είκοσι παπλώματα, η υπηρέτρια άναψε ένα διπλό κηροπήγιο και με καληνύχτισε με μια μικρή υπόκλιση.
Όταν το πρώτο φως της ημέρας άρχισε να μπαίνει στο δωμάτιο μέσα από τις λευκές κουρτίνες, η ίδια υπηρέτρια ήρθε να με καλημερίσει, να μού δώσει ένα ασημοκεντημένο φόρεμα και να με οδηγήσει σ’ ένα μεγάλο δωμάτιο με θέα προς τον κήπο.
Έπαιρνα το πρωινό μου όταν δύο άνδρες ντυμένοι παραμυθένια με καλοσώρισαν, μου συστήθηκαν ως ο Βασιλιάς και ο Πρίγκιπας και το πρώτο πράγμα που με ρώτησαν ήταν πώς κοιμήθηκα. Τους έδειξα του μαύρους κύκλους κάτω από τα μάτια μου, τους είπα ότι δεν έκλεισα μάτι και ότι η πλάτη του υποφέρει ακόμα από κάτι που υπήρχε στο κρεβάτι.
Προς μεγάλη μου έκπληξη και οι δύο υποκλίθηκαν μπροστά μου, ο Πρίγκιπας είπε: «Είσαι μία αληθινή Πριγκίπισσα. Επιτέλους!», και συνέχισε την ιστορία του… Ότι δηλαδή, στο κρεβάτι υπήρχε κρυμμένο ένα μπιζέλι και ότι εγώ είμαι η πρώτη που το βρήκα, αφού πολλές άλλες δήθεν πριγκίπισσες δεν αισθάνθηκαν απολύτως τίποτα και ότι αυτό αποδεικνύει την ευαισθησία μου, τη λεπτότητά μου, τη χάρη μου, την ανατροφή μου, την γαλαζοαίματη καταγωγή μου… Και ότι πολύ θα ήθελε να γίνω γυναίκα του.
Δέχθηκα χωρίς δεύτερη σκέψη την πρότασή του, αλλά δεν τους αποκάλυψα την δική μου ιστορία. Ότι δηλαδή, το προηγούμενο απόγευμα είχα φύγει από το σπίτι των θείων μου, κάπου έχασα τον δρόμο μου και η καταιγίδα με οδήγησε τυχαία στην πύλη του παλατιού. Και ότι εδώ και δύο-τρία χρόνια τα νεύρα μου, σπασμένα από την αφόρητη πλήξη της αγροτικής ζωής, μού έχουν προκαλέσει οδυνηρές αϋπνίες και ότι σπάνια πια κοιμάμαι…
Κι έτσι με μεγάλη τους χαρά μου ανακοίνωσαν ότι το μπιζέλι θα έπαιρνε μια περίοπτη θέση  στο Βασιλικό Μουσείο και με άφησαν μόνη για να μεταφέρουν τα ευχάριστα νέα στη Βασίλισσα και να ξεκινήσουν τις προετοιμασίες του γάμου.
Όχι ακριβώς μόνη. Αφού οι σκέψεις και τα ερωτήματα άρχισαν να στροβιλίζουν στο μυαλό μου… Θα βρω ξανά τον ύπνο μου και τα όνειρά μου στην αγκαλιά αυτού του όμορφου νέου;
Aυτός ο πρίγκιπας θα γίνει ο Μορφέας μου;
Ή οι δύσκολες νύχτες μου θα συνεχισθούν κι εγώ, με συντροφιά τα εξαντλητικά ζιγκ ζαγκ των εμμονών μου, θα περιμένω πώς και πώς την αυγή για να γίνω γνωστή στους κατοίκους αυτού του μικρού βασιλείου ως
η Πριγκίπισσα της Αϋπνίας,
η Πριγκίπισσα με τους Μαύρους Κύκλους,
η Πριγκίπισσα της Λευκής Νύχτας;

*Μια παραλλαγή του παραμυθιού «Η πριγκίπισσα και το μπιζέλι», του Χανς Κρίστιαν Άντερσεν.
 

***

(9.5.2011)

Φλοισβία

..και τα εφηβικά στήθη μου
σιγά-σιγά φουσκώνουν
φιλημένα από την Ουράνια Αφροδίτη.

*

Τρίστα (1982)

Πολύ αργά Σάββατο
ή πολύ νωρίς Κυριακή;
Λίγο ή πολύ μεθυσμένη;
Σε μια στάση.
Στη βροχή.
Το τελευταίο λεωφορείο
δεν έχει περάσει ακόμα.
Το τελευταίο λεωφορείο
δεν περνάει ποτέ.

*

Δάφνη

Χιονίζει…
Κι εγώ, που δεν είμαι ποιήτρια,
πιέζω λίγες χιονονιφάδες
ανάμεσα στις λευκές σελίδες
του τετραδίου μου.
Σε λίγο τ’ ανοίγω
και να, τα μικρά
στιγμιαία ποιήματά μου…

・・・

(ενοχλημένη)
Κι εσύ Νοτιά
φτάνει πια
να μου παίρνεις τα μυαλά!

*

Σιμόνη (2011)

Έχω το εισιτήριό μου.
Έχω και τις πληροφορίες μου.
Το πλοίο φεύγει σε δύο ώρες για το Toter Hafen.*
Το μικρό λιμάνι του φόβου.
Την φιλόξενη πρωτεύουσα του τρόμου.
Τον Νο 1 προορισμό, όλων εκείνων των τυχερών, που αδυνατούν πλέον να γοητευθούν από οτιδήποτε σ’ αυτόν τον κόσμο.
Την ευγενική πόλη όπου το ξενοδοχείο με τις περισσότερες κρατήσεις είναι το Hotel Hollow, το club με την ατέλειωτη ουρά η Disco Limbo, η πιο πολυσύχναστη ιστοσελίδα η http://www.myearlydeparture.com και το άρωμα με τις μεγαλύτερες πωλήσεις το L’ Heure Bleue του Guerlain…
Οι οδηγίες μου λένε ότι το βράδυ της άφιξής μου στο Toter Hafen στους κήπους του θα ανθίζουν τα νυχτολούλουδα, στις πλατείες του θα ξεκινούν οι λιτανείες με τις παρακλήσεις για περισσότερο σκότος και (ίσως) μια σκιά θα σιγοσφυρίζει ένα από τα αγαπημένα μου τραγούδια. Οι οδηγίες μου λένε επίσης ότι ειδικά αυτό το τελευταίο θα πρέπει να το δεχθώ σαν το πρώτο χαμόγελό της…

-Ταξί! Ταξί!

 *Το Νεκρό Λιμάνι ή το Άψυχο Λιμάνι. Από ένα ποίημα της  Ingeborg Bachmann (1926-1973).

***

(9.6. 2011)

Ωρόρα

Τους πρώτους μήνες της αυπνίας μου…
Σε μια γιορτή του χωριού. Φωτογραφημένη από έναν αυστριακό περιηγητή.
Χωρίς μαύρους κύκλους χάρη σε μια μαγική αλοιφή της γιαγιάς.
«Μαύροι κύκλοι μακριά απ’ αυτή την ομορφιά»,
μού τραγουδούσε καθώς την άλειφε, κάθε πρωί, κάτω απ’ τα μάτια μου.
Έφυγε ξαφνικά…
Κι έτσι, δεν έμαθα ποτέ τη μυστική σύνταγή της.
Κι έτσι, οι μαύροι κύκλοι έγιναν η ομορφιά μου.

*

Δάφνη

Είναι το πρώτο μου πραγματικό ποίημα.
Το έγραψα κάπου…
Το έγραψα με μαύρο μολύβι στην πίσω πλευρά ενός φακέλου.
Το έγραψα την Παρασκευή ή το Σάββατο
…και τώρα δεν το βρίσκω.

・・・

(σε μια κρίση ενηλικίωσης)
Δεν είχα ποτέ κανέναν
να με καλομάθει
(ή να με κακομάθει).
΄Ετσι κι εγώ ανέλαβα μόνη μου
να καλομάθω
(ή να κακομάθω)
τη Δάφνη.
Το θεωρώ δίκαιο.

*

Σιμόνη (2011)

Φωτογραφημένη απ’ τον μεγάλο μου αδελφό,
σε κάποια παιδικά μου γενέθλια (7 ή 8 χρονών;).
Τα χάρτινα, πεθαμένα λουλούδια, ήταν δώρο.
Εγώ έφτιαξα τον μαύρο κύκλο στον τοίχο -με τον καπνό ενός κεριού από την τούρτα-
και μόνη μου διάλεξα αυτό το μαύρο φόρεμα…
Θυμάμαι επίσης ότι μοίραζα φωτοτυπίες αυτής της φωτογραφίας στην τάξη μου,
που πάνω τους  -με μαρκαδόρο– είχα γράψει:
«ΑΓΝΟΕΙΤΑΙ».

・・・

(το καινούργιο χόμπυ μου…)
Το μαύρο πουλί της μνήμης γίνομαι,
όταν πάνω από τη (νέα) πόλη μου πετάω
αποζητώντας (απελπισμένα;)
μια μεταφορά (στα μέτρα μου), ή (μήπως;)
κάποιον ερασιτέχνη θάνατο
με καλούς τρόπους,
με φιλάνθρωπο εγώ,
και με γαλλική προφορά.

・・・

Μερική απασχόληση στο Toter Hafen:
τρία απογεύματα την εβδομάδα
σερβίρω τους καπνιστές
στο Café Coma Coma.

***

 (9.7.2011)

Λώρα (1970)

Στον κήπο
κάτω από τις παλμύρες, τα μπαμπού και τις αυστραλιανές φτέρες,
σ’ ένα μικρό συντριβάνι
που αναβλύζει ανθρακούχο νερό
κρύβω το διαμαντένιο περιδέραιό μου
(την τιμή μου για κάποιες νύχτες
σε μια βίλα στο Palm Springs).
Πίσω από τις φυσαλλίδες του διάφανου νερού
χάνεται, γίνεται αόρατο
και τόσο δικό μου.

*

Δάφνη

Είναι Κυριακή.
Κι εγώ που δεν είμαι ζωγράφος
φοράω το καλό μου φόρεμα,
βγαίνω στον κήπο,
στέκομαι ανάμεσα από τ’ ανθισμένα ροδόδενδρα
και μ’ ένα μικρό κλαδί
ζωγραφίζω τ’ όνομά μου
στα λευκά σύννεφα,
που μάλλον βιαστικά, τρέχουν προς το Νότο…
Καλό μου ταξίδι.

 *

 (9.8.2011)

Ζενεβιέβ (2011)

Ποτέ δεν έμαθα το όνομα αυτής της μικρής παραλίας που έχει τα πιο καθαρά και τα πιο παγωμένα νερά του νησιού κι ένα κατηφορικό, σκιερό μονοπάτι σε οδηγεί εύκολα σ’ αυτήν.
Πηγαίνω εκεί κάθε απόγευμα από τις πέντε ως τις οκτώ –τις ώρες που ο ήλιος δεν μπορεί πια να ερεθίσει το δέρμα μου- και μ’ ένα μαύρο ολόσωμο μαγιό, ένα ασπρόμαυρο marimekko καπέλο και την έμφυτη, κομψή συστολή μουκάνω ηλιοθεραπεία, διαβάζοντας και ξαναδιαβάζοντας  το «La pesanteur et la grace» της Simone Weil και απολαμβάνοντας μικρές, ευεργετικές εκστάσεις…
καθώς το εγώ μου σιγά-σιγά σβήνει, σιγά-σιγά εξαφανίζεται,
καθώς οι επιθυμίες μου λειώνουν η μία μετά την άλλη,
καθώς το ανέφικτο με προσκαλεί.
Καθημερινή συντροφιά μου, εδώ και μία εβδομάδα, πέντε-έξι παρέες ηλιοκαμένων γυμνιστών που μιλούν χαμηλόφωνα, αποφεύγουν να με κοιτάξουν και μού συμπεριφέρονται, θα έλεγα, σαν να είμαι το Πνεύμα της Παραλίας. Αφού κάθε φορά που ατάραχη περνάω δίπλα τους παίρνοντας τον δρόμο της επιστροφής στο χωριό, φοράνε κάτι, μού χαμογελούν σεμνά, πλησιάζουν, μού προσφέρουν από δύο-τρία περίτεχνα κοχύλια, υποκλίνονται ελαφρά και με αποχαιρετούν…
– Au revoir, Madame.
– Au revoir, Boys and Girls… and Boys.

*

Βίρνα (1967)

Τι μού είχε συμβεί εκείνο το απόγευμα στο Verbier;
Δεν είχακαμία απάντηση…
Κατέβαινα με τα σκι την αγαπημένη μου πλαγιά (τρέχοντας πολύ ή πετώντας;), όλα ήταν τόσο λευκά, τυφλώθηκα … … και μετά τι;
… Πέρασα δύο μήνες σ’ ένα φιλόξενο σαλέ χαζεύοντας τη θέα του χιονιού που έλιωνε, με το αριστερό πόδι μου στο γύψο και τις συχνές επισκέψεις φίλων που με μαρκαδόρους και πινέλα μεταμόρφωσαν τον γύψο μου σ’ ένα μικρό και σπάνιο, ψυχεδελικό αριστούργημα.
Το τελευταίο βράδυ της παραμονής μου εκεί, σε ένα πάρτυ προς τιμήν μου, αυτοί οι ίδιοι καλοί φίλοι με ανακήρυξαν επίσημα την Πρώτη Βασίλισσα των Άλπεων On Acid. Και τότε άρχισα να θυμάμαι…
…τι μού είχε συμβεί εκείνο το απόγευμα, όταν τόσο τυφλωμένη από το λευκό και τόσο high-on-acid κατέληξα να κατρακυλώ στην πλαγιά, σαν μια εξαρθρωμένη Barbie (γελώντας ή τραγουδώντας;).
So High (ήταν η απάντηση).
So High.

Η φωτογραφία είναι του Ed van der Elsken (1925-1990)

*

Σιμόνη (2011)

Το ένα, σαν ένα μικρό δάσος γεμάτο φυλλοβόλα.
Το άλλο, σαν μία όαση σκεπασμένη από φοινικόδενδρα.
… Κι όταν το δεύτερο χαμόγελο της τύχης μου καθυστερούσε και καθυστερούσε –ακόμη περιμένω εκείνο τον θάνατο με τη γαλλική προφορά– αποφάσισα να τα επισκεφθώ.
Οι οδηγίες μου ήταν σαφείς. «Όταν βρεθείς εκεί, μην ξεχάσεις να γονατίσεις και να διαβάσεις τις μικρές ιστορίες». Πήρα το σημειωματάριό μου, πέρασα τις πόρτες τους και διάβασα, έναν-έναν, όλους εκείνους τους αποχαιρετισμούς και τους επιλόγους (ή μήπως τα μηνύματα και τα ραντεβού;), που ήταν χαραγμένοι πάνω στις γκρι και στις λευκές πλάκες.
Ξεχώρισα 13. Τους αντέγραψα με προσοχή και τους διαβάζω κάθε ξημέρωμα πριν αποκοιμηθώ, πριν ονειρευτώ τους δικούς μου…

Οι νύχτες εκεί
είναι δικές σου.
Θα έχω τις δικές μου
αργότερα.

οι δυό μας, μαζί
εδώ ανάμεσα στα φύλλα

Υπάρχει ένα τραγούδι για σένα.
Άλλο ένα υπάρχει μέσα στη σιωπή
Μιας ημέρας χωρίς άνεμο.
Το ακούς;

Πόσο γρήγορα γυρίσαμε
από κει που ήμασταν.
Η ημέρα τελείωσε
πριν καν αρχίσει.

«Όταν γεννήθηκα,
ο θάνατος με φίλησε.
Του ανταπόδωσα το φιλί.»

Ακόμη, ήσουν εκεί,
ξύπνιος σ’ ένα όνειρο
αν όχι γελώντας, χαμογελώντας.

Κι όταν σκέφτηκα,
«Η αγάπη μας μπορεί να τελειώσει»
ο ήλιος
άρχισε πάλι να λάμπει

«Υπέροχε Πρίγκιπα, αντίο!»

Τα πρώτα τρία τριαντάφυλλα
άνοιξαν σήμερα, τα εξωτερικά πέταλα
βαθυκόκκινα, τα εσωτερικά, ροζ.
Σου στέλνω το άρωμά τους.

Κοιμάσαι πάλι,
ονειρεύεσαι πάλι.

Τόσοι πολλοί γαλαξίες
κι εσύ ο φωτεινότερος,
το άστρο μου, ο ήλιος μου, ο
άλλος εαυτός μου, το καλύ-
τερο μισό μου, το ένα μου

φύλλα, φύλλα, φύλλα
όταν έρθει η ώρα
μας σκεπάζουν όλους.

θα με περιμένεις;

Και τα 13 «επιγράμματα» είναι αποσπάσματα από ποιήματα του James Schuyler (1923 – 1991).

*

Δάφνη

Ροζ Ρόδο της Ραιδεστού
μακάρι να ήξερα τ’ όνομά σου…
Μια μέρα ίσως το μάθω.
Και τότε θα σε φωνάξω!
(να είσαι σίγουρο)

・・・

Πολλά μπορούν να σου συμβούν,
όταν παίρνεις το πρωινό σου κάτω από τα δένδρα…
Σήμερα, δοκίμασα για πρώτη φορά
άνθη καστανιάς, πάνω στο ψωμί μου
– ολόφρεσκα κι ολόλευκα
είχαν σκεπάσει ολόκληρο το μικρό τραπέζι μου
κι εγώ, από ευγένεια, δεν μπορούσα να πω όχι.

・・・

Καλοκαίρι
μη μ’ αφήσεις ποτέ,
ποτέ, ποτέ…
Τραγουδώ μαζί
με τα τζιτζίκια
του Αυγούστου.

***

 (9.9.2011)

Δάφνη

Και φέτος, όπως κάθε χρονιά,
παρέα με τον Σεπτέμβριο ήρθαν
και οι λίγο αφελείς –αλλά τόσο διασκεδαστικές–
παραισθήσεις μου……
Μα τόσο πολύ μαγεύομαι
απ’ αυτές τις νεαρές και βιαστικές
φήμες του φθινοπώρου;

・・・

Πέρασα ένα ολόκληρο απόγευμα
για να το ντύσω
με κάτι ξεχασμένα ρούχα της γκαρνταρόμπας μου
και ποτέ ξανά
το ξανθό, αχυρένιο σκιάχτρο του μικρού αγρού
δεν ήταν τόσο κομψό, τόσο όμορφο…
Ετσι κι εγώ αποφάσισα να το λέω
η Ωραία της Κοιλάδας.

・・・

…και αφήνω τον πρωινό ήλιο
να σβήσει απ’ τα μάτια μου, απ’ το μυαλό μου
όλα τα άσχημα όνειρα της νύχτας…
Καλημέρα.

*

Βίρνα (1967)

Το καλοκαίρι με βρήκε στο Λονδίνο, όταν είχα γίνει πια ένα τέλειο και αληθινό hippy-girl.
Ντυνόμουν με μαροκινές ρόμπες και ρούχα από το Hang On You ή με μοβ βελούδινα παντελόνια και πουκάμισα με αστέρια και φεγγάρια από το Granny Takes a Trip και οι τσάντες μου ήταν όλες από το Kleptomania. Οι αγαπημένες μου καστόρινες μπότες –από το Granny κι αυτές– ήταν στολισμένες με μοτίβα από χρυσάνθεμα κι αγιόκλημα όμοια μ’ εκείνα που κάποτε σχεδίαζε ο William Morris, δένανε μέχρι το γόνατο και ανάλογα με το πόσο stoned ήμουν χρειαζόμουν τουλάχιστον δέκα λεπτά για να τις φορέσω. Πέρναγα ατέλειωτες ώρες ψάχνοντας για κάτι που θα αγαπούσα με την πρώτη ματιά και τις περισσότερες φορές κατέληγα σε μαγαζιά με ρούχα-αντίκες στο Chelsea ή στο Portobello, για να αγοράσω ένα καλοκαιρινό εμπριμέ φόρεμα από τη δεκαετία του ’40, ένα δαντελωτό, βικτωριανό μεσωφόρι ή ένα κεντημένο σάλι…
Ο λονδρέζικος ουρανός συνέχισε και το φθινόπωρο να μοιάζει με καλοκαιρινό, αλλά αυτό μπορεί να ήταν μόνο η ιδέα μου. Αφού εκείνους τους μήνες υπήρχε τόσο μεγάλη ποικιλία από acid γύρω μου, που ξεχνούσα όχι μόνο τον καιρό –αφού είχα πάντα τον δικό μου– αλλά και τα ονόματά τους… Purple Haze, Sunshine Yellow, Magic Magenta, Tangerine Dream… Αλλά, όσο ο χειμώνας πλησίαζε, όλοι στην παρέα μου είχαμε καταλάβει πια ότι το λονδρέζικο, ψυχεδελικό πάρτυ μας τελείωνε, ότι τα ρούχα μας σε λίγο θα άρχιζαν να πωλούνται στους πιο κεντρικούς δρόμους και ότι η λέξη «hippy» πολύ σύντομα θα γινόταν ένας νέος, επιτυχημένος όρος του marketing…
Έτσι κι εμείς σε μια συμβολική ένδειξη θλίψης και πένθους, αρχίσαμε να βάζουμε μια μικρή δόση μαύρου στο πολύχρωμο ντύσιμό μας και μόνο έτσι πια καταπίναμε τα τελευταία acid μας για το ’67. Όλα από μια μικρή –σχεδόν αποκλειστική– παρτίδα. Και τα αγαπήσαμε τόσο πολύ. Και μαζί τους αποχαιρετήσαμε το Λονδίνο. Και τα ονομάσαμε Orphan Orange…
… ένα Orphan Orange γι’ αυτή τη χειμωνιάτικη μέρα;
… ένα Orphan Orange γι’ αυτόν τον επίλογο;
… ένα Orphan Orange για αντίο;
… ένα Orphan Orange πριν είναι πολύ αργά πια…

***

 (9.10.2011)

Ραμόνα (2006)

Οι Μαύρες Πέρλες της Πολυνησίας,
οι Αυτοκρατορικές Βιολέτες,
το Σπίτι με τα 1000 Παράθυρα,
το Φως του Κυνικού Φεγγαριού,
η Πλατεία Αγγέλων,
ο Χρωματικός Αποκωδικοποιητής,
οι Ιστορίες του Ελντοράντο,
το Άλμπουμ του Σέσιλ Μπήτον,
οι Τάρτες Λεμονιού,
τα Μικρά Μαύρα Φορέματα,
η Τελευταία Πλαζ,
οι Κρεμαστοί Κήποι του Ράιγκειτ,
ο Ανώνυμος Έρωτας,
το Κάλεσμα των Σειρήνων,
το Μάθημα του Σολφέζ,
ο Σεπτέμβριος Χωρίς Τέλος,
ο Πύργος από Ελεφαντόδοντο,
η Δίαιτα του Νταλί,
ο Χαμένος Παράδεισος,
ο Θάνατος Κατά Παραγγελία,
το Πιο Όμορφο Αστέρι,
τα Μεγάλα Σιδηροδρομικά Ταξίδια,
το Φιλί της Πεταλούδας,
το Ξενοδοχείο Διόνυσος,
οι 1000 Κιθάρες του Αγίου Δομίνικου,
οι Κάλτσες Μέχρι το Γόνατο,
το Κοραλένιο Βραχιόλι,
η Υποθηκευμένη Καρδιά…*
Όταν θα γίνω λίγο πιο μεγάλη και λίγο πιο έξυπνη, όλα αυτά θα γίνουν δικά μου.
Και τότε, δεν θα μου λείπει τίποτα.
Και τότε, όλοι οι άλλοι -από αμηχανία και μόνο- θα με αποκαλούν εκκεντρική.
Θα τους αφήσω στην άγνοιά τους…
Γιατί εγώ τότε, θα είμαι μια νεαρή εστεμμένη.
Βασίλισσα της Βοημίας.

*Οι 28 «πόθοι» της Ραμόνας είναι τίτλοι τραγουδιών από άλμπουμς των δισκογραφικών εταιριών «el» και «Tricatel».

*

Δάφνη

Και το κοράκι απ’ τον φράχτη
βάζει τα γέλια
καθώς απλώνω τα ρούχα μου.
Ή βρίσκει περιττή κι αστεία
την πολυχρωμία τους
ή γνωρίζει κάτι περισσότερο από μένα
για τον απογευματινό καιρό…

・・・

Καθαρός, διαπεραστικός, επίμονος
ο φθινοπωρινός άνεμος
παίρνει μαζί του
όλες τις μάταιες – και τόσο κουραστικές –
σκέψεις μου.
Έτσι κι εγώ
μπορώ, πιο εύκολα πια,
να συνεχίσω
ή να ξαναξεκινήσω τη ζωή μου…
Ελαφρότερη.

***

 (9.11.2011)

Αλίκη (2011)

Μετακομίζω στο καινούργιο μου διαμέρισμα, στο κέντρο της πόλης.
Ευρύχωρο αλλά ελαφρά σκοτεινό.
Για να τού δώσω φως, αρχίζω να το βάφω
με τα πιο day-glo χρώματα που βρίσκω στην αγορά.
Σε μια βδομάδα έχω τελειώσει,
αλλά το αποτέλεσμα είναι απογοητευτικό
και μετακομίζω ξανά.

 *

Ραμόνα (2010)

Μόνη.
Μια Βασίλισσα χωρίς υπηκόους…
Σε μια Βοημία χωρίς κατοίκους…
Αφού όλοι τους, μαγεμένοι,
έχουν τρέξει πίσω
από τον ξένο με το φλάουτο…
Σε μια χώρα, που
άλλοι την αποκαλούν
Σύγχρονη Μητροπολιτική Κουλτούρα,
άλλοι την αποκαλούν
Νέα Δημιουργικότητα
κι άλλοι μ’ ένα ακόμη πιο κακόηχο όνομα…
Εγώ πάντως δεν θα σταματήσω
να τούς στέλνω πότε-πότε,
λίγα μπουκέτα από
Αυτοκρατορικές Βιολέτες,
μαζί με τους χαιρετισμούς μου
από την έρημη Βοημία.
Μόνο και μόνο,
επειδή το αξίωμά μου
το επιβάλλει…

 *

Δάφνη

Τα φθινοπωρινά φύλλα
μού στέλνουν το χρωματικό μήνυμά τους…
Κίτρινο, χρυσό, πορτοκαλλί,
κόκκινο κάπου κάπου.
Που στη γλώσσα τους σημαίνει, ότι
τίποτα δεν έχει τελειώσει
ακόμα…

***

(9.12.2011)

Μαργαρίτα

Όσο κι αν θυμάμαι την μικρή ζωή μου, θυμάμαι μόνο δουλειές του σπιτιού, αγγαρείες, θελήματα και καμία ανταμοιβή. Μέχρι που μού συνέβη αυτό…

Ήταν ένα ανοιξιάτικο απόγευμα κι η άκαρδη μητριά μου μ’ έστειλε πάλι να φέρω νερό για το καθημερινό λουτρό της απ’ το πηγάδι. Κι όπως πάντα, πέρασα μέσα από το κοντινό χωριό με το χιλιομπαλωμένο φόρεμά μου κουνώντας τον άδειο κουβά πότε με το ένα χέρι και πότε με το άλλo,  μήπως και κάποιος με προσέξει, αλλά πού τέτοια τύχη…

Έφθασα κατάκοπη στο πηγάδι, κάθισα για λίγο στην άκρη του για να ξεκουραστώ κι έσκυψα για να χαζέψω το πρόσωπό μου να μου χαμογελά από την λεία επιφάνεια του νερού. Δροσιά άρχισε να χαιδεύει τα μάγουλά μου, όταν ξαφνικά μια παράξενη μορφή διάλυσε την αντανάκλασή μου και μια αποκρουστική γυναίκα ήταν αυτό που εμφανίσθηκε μπροστά μου, από το πουθενά. Μία πραγματική μάγισσα, χωρίς ίχνος νερού στα ρούχα της, με την μακριά μύτη της να προεξέχει κάτω απ’ την μαύρη κουκούλα της σαν ένα ξερό κλαδί, με τα χέρια της γεμάτα σημάδια που έμοιαζαν με μαραμένα φύλλα και μια φωνή που μού θύμισε τον ήχο από το σπάσιμο των καρυδιών… Με κοίταξε με τις δύο μαύρες τρύπες που είχε για μάτια και μού είπε. «Θα είχες την καλωσύνη να δώσεις λίγο δροσερό νερό σε μια κουρασμένη και φτωχή γυναίκα;». Τι στο καλό, δεν έχω και τίποτα καλύτερο να κάνω, σκέφτηκα κι έριξα τον κουβά στο πηγάδι, τον γέμισα, τον έφερα κοντά στο πρόσωπό της, αλλά αυτό που αντίκρυσα μπροστά μου, ήταν τώρα κάτι άλλο. Δεν ήταν εκείνη η κακάσχημη μάγισσα αλλά μια αληθινή νεράιδα –όμορφη, με διάφανα φτερά, με την χρωματιστή στολή της– που μου μίλησε με μια γλυκιά, τραγουδιστή φωνή. «Θα σε ανταμείψω για την καλή σου πράξη. Από δω και πέρα, όποτε μιλάς μυρωδάτα λουλούδια και μικροί θησαυροί θα κυλούν απ’ το στόμα σου, μαζί με τα λόγια σου…», είπε και χάθηκε απ’ τα μάτια μου.

Ξαναγέμισα τον κουβά κι έτρεξα σπίτι κατάπληκτη κι ενθουσιασμένη, με τ’ άλουστα μαλλιά μου ν’ ανεμίζουν πίσω μου σαν βρώμικος καπνός κι όταν έφθασα κι άρχισα να λέω στην μητριά μου για την μάγισσα και για το πως κέρδισα το χαζό παιγνίδι της, ρουμπίνια έπεφταν από το στόμα μου στο ξύλινο πάτωμα, σαν κατακκόκινες σταγόνες από αίμα. «Συνέχισε να μιλάς», μού είπε η μητριά μου και ορχιδέες ξεφύτρωσαν από το στόμα μου και χρυσά νομίσματα και μαργαριταρένια δαχτυλίδια και σκουλαρίκια και μετά κίτρινα χρυσάνθεμα, λευκά γαρύφαλλα, ίριδες και νάρκισσοι και βραχιόλια με πολύτιμες πέτρες κυλούσαν απ’ τα χείλη μου, μαζί με τα λόγια μου, και τοπάζια κι οπαλίνες και σμαράγδια… Και μίλαγα και μίλαγα, μέχρι που ένας μεγάλος σωρός έλαμπε μπροστά μας, τόσο εκτυφλωτικά, που ήταν σαν ο ίδιος ο ήλιος να είχε έρθει μέσα στο δωμάτιο. Σαστισμένη, με τα μάτια της να γυαλίζουν, η μητριά μου έσκυψε κι άρχισε να γεμίζει τις τσέπες της ποδιάς της με όλα αυτά τα πολύτιμα πράγματα κι όταν με κοίταξε μια ξαφνική συμπάθεια για μένα φάνηκε στην έκφρασή της…

Τώρα πια, μια χωριατοπούλα μού φέρνει νερό από το πηγάδι για το καθημερινό μου μπάνιο, μια άλλη μού φέρνει το πρωινό μου στο κρεββάτι και μια καλλιεργημένη κυρία με μαθαίνει καλούς τρόπου και ξένες γλώσσες. Τα ρούχα μου έρχονται κάθε έξι μήνες κατ’ ευθείαν από το Παρίσι και κάθε Σάββατο μια κόκκινη άμαξα με πηγαίνει στο κομμωτήριο της γειτονικής πόλης. Κι όποτε μιλάω, ευγενικά ή θυμωμένα, λέγοντας αλήθεια ή ψέμματα, δίνοντας διαταγές ή κάνοντας κοπλιμέντα, τριαντάφυλλα κυλούν από την γλώσσα μου και διαμάντια λάμπουν καθώς πέφτουν απ’ τα χαρισματικά χείλη μου…

Κι όλοι με φωνάζουν Μάγκι.

***

(9.1.2012)

Κάσσια (2008)

Ήμουν 14, με προβλήματα στο σχολείο, φιλημένη από αγόρια και κορίτσια, με τα στήθη μου δύο μικροσκοπικές κορφές και την μητέρα μου να λέει ότι τα κορίτσια με μικρά στήθη είναι πάντα εγωίστριες και πεισματάρες. Ήμουν 14, σκεφτόμουν μόνο τον ωκεανό και τα κύματα, και τ΄αγόρια που μαζί τους ανοιγόμουν για ένα καλό κύμα με φώναζαν Ψυχρή Μπαλαρίνα.

Ήταν Σάββατο 1η Νοεμβρίου με συννεφιά και 2-3 μέτρα κύμα ανοιχτά στον κόλπο. Μία καλή μέρα για λίγο, εύκολο χορό. Πήρα την σανίδα μου, κατέβηκα στην παραλία κι άρχισα ν’ ανοίγομαι για να βρεθώ πίσω απ’ τα κύματα, κάνοντας κουπί με τα χέρια μου, όταν το τέρας με το γκρι κοστούμι μού επιτέθηκε. Εμφανίσθηκε αθόρυβα και το μόνο που έκανε ήταν να μού κόψει το αριστερό χέρι, χαμηλά στον βραχίονα, και να εξαφανισθεί μαζί του. Με μάζεψαν πέντε λεπτά αργότερα, μισοπεθαμένη απ’ την αιμορραγία και μ’ έσωσαν.

Είμαι 18, μία πεισματάρα κι εγωίστρια με μικροσκοπικά στήθη και μία, όχι ακριβώς τυπική, πολεμίστρια των κυμάτων με το δικό μου στυλ. Με τις ελάχιστες μανούβρες πάνω στο κύμα, με την ελάχιστη αντίσταση στην δύναμή του, με αβίαστη χάρη παρά με τεχνικές ισορροπίας. Και τ΄αγόρια που μαζί τους ανοίγομαι για ένα καλό κύμα με φωνάζουν Φάντασμα Μπαλαρίνα.

Είμαι 18, η μοναδική surfer μ’ ένα χέρι σ’ ολόκληρη την Βόρεια Ακτή, με φιλούν και με χαϊδεύουν μόνο τα κορίτσια, και σε λίγες ημέρες –αν κρατήσει αυτός ο τρελός καιρός– θα γιορτάσω το 100ο μου κύμα με το καινούργιο μου στυλ.

***

(9.2.2012)

Les Filles du Crépuscule (1982-1989)

              

     

***

(9.3.2012)

Φαρίνα (1968)*

Θα με βρεις δίπλα από την θάλασσα
σκεπασμένη με τα άνθη της άμμου…

Θα με συναντήσεις μια νύχτα του καλοκαιριού,
με τα μάτια μου να λάμπουν σαν τα φώτα της πόλης…

Και αν με ρωτήσεις
θα σου πω το χρώμα του έρωτά σου…

Είμαι μια καλοκαιρινή βροχή,
που θα σε καθαρίσει από τη σκόνη της μνήμης…

Θα με αναγνωρίσεις αμέσως
γιατί είμαι ίδια η αδελφή ψυχή σου…

Είμαι ένας μικρός, χρυσός ήλιος
που ξέρει το όνομα της αγάπης σου…

Και όποτε με φωνάξεις, θα έρθω για να περπατήσουμε μαζί
τις δύσκολες ημέρες της ζωής σου…

Είμαι φύλακας της κρυφής σου ελπίδας
και μπορώ να σε περιμένω για πάντα…

Σου τραγουδώ από μια μακρινή ακτή
και μόνο εσύ μπορείς να με ξαναφέρεις πίσω…

* Ακούγοντας το Farina, από το άλμπουμ Penny’s Arcade της Penny Nichols. 

***

The él Girls (1985-1987)

                            

***

(9.4.2012)

Λετίσια (1972)

Αρκετά με αυτό το πάρτυ.
Και με τις ανόητες προσπαθειές τους να μας διασκεδάσουν.
Το σκάμε.
Τρέχοντας χέρι-χέρι.
Στον κήπο, στο σπίτι.
Εδώ που περάσαμε ήδη την πρώτη μας καλοκαιρινή εβδομάδα.

Σε βλέπω να αλλάζεις.
Θέλω να σε βλέπω να αλλάζεις.
Φοράς μια παλιά μπλούζα μου, τόσο τριμμένη, σχεδόν διαφανή.
Χωρίς καν να την κουμπώσεις.
Φτιάχνεις τσάι και μας το σερβίρεις σε μεγάλες κούπες.
Στο δέρμα σου, εδώ κι εκεί, μικρά ροζ σημάδια από τα κουνούπια.

Προσπαθώ να διαβάσω ένα ξεχασμένο βιβλίο και το βρίσκω τόσο αστείο.
Με κοιτάς στα μάτια και με παρατηρείς σαν να με βλέπεις για πρώτη φορά.
Δεν μιλάμε.
Κι αυτή την φορά γνωρίζουμε ότι δεν χρειάζεται να πούμε κάτι…
Ότι δεν υπάρχει κανένα μυστικό.
Θα κοιμηθούμε μαζί.

Είμαστε μόνες.
Είναι τόσο απλό, τόσο εύκολο.
Υποκρίνεσαι ότι νυστάζεις κι εγώ υποκρίνομαι ότι σε πιστεύω.
Σε ακολουθώ και σε ακουμπώ.
Δεν με φοβίζεις.
Κι εγώ πια δεν φοβάμαι ούτε εμένα.

 ***

(9.5.2012)

Λετίσια (1974)

Δεν θυμάμαι πότε με πήρε ό ύπνος…
Ανεβαίνοντας την σκάλα, κατρακυλώντας σε μια αμμοπλαγιά δίπλα από την θάλασσα ή μυρίζοντας το δέρμα σου;
Δεν μπορώ να πώ…
Αλλά αυτό το όνειρο με ξεγέλασε τόσο πολύ που δεν θυμάμαι αν πράγματι κοιμόμουν.
Δεν είμαι σίγουρη…
Γιατί σε εκείνον τον ύπνο, σηκώθηκα και ανέπνευσα το πρωινό. Ο ήλιος του με τύφλωσε. Άνοιξα την πόρτα και έτρεξα στον κήπο. Απορροφημένη.
Ψάχνοντας τι; Ακολουθώντας τι; Κυνηγώντας τι;
Δεν μπορώ να πώ…
Και μετά πέρασα από όλες τις εποχές, άσωτη όπως το πρώτο χιόνι.
Και μετά ταξίδεψα άσκοπα, εδώ και εκεί, σαν ένας χνουδάτος κλέφτης του καλοκαιριού που τον παίρνει ο άνεμος.
Πού πήγα; Από πού πέρασα; Πού καθυστέρησα;
Δεν είμαι σίγουρη…
Και το ημερολόγιό μου τέλειωσε. Χρειάσθηκα και δεύτερο και τρίτο. Και όλα όσα επιθυμούσα πραγματοποιήθηκαν. Όλες οι ημέρες μου ήταν τόσο γεμάτες…
Αλλά μήπως δεν ήταν αληθινά όλα αύτά; Μήπως θα πρέπει να αμφιβάλλω;
Δεν μπορώ να πω…
Βρήκα το ημερολόγιό μου σκονισμένο και σχεδόν άδειο. Άκουσα μια φωνή να μου ψιθυρίζει. Κάτι υγρό ακούμπησε το μάγουλό μου.
Και ξαφνικά, ο ακαταλόγιστος χρόνος μου, σαν να είχε εξαντληθεί…
Ήταν αυτό το φιλί σου;
Δεν είμαι σίγουρη…
Με ξύπνησε. Και ήμουν πάλι πίσω. Μία άλλη.
Πιo αληθινή; Πιο όμορφη; Πιο ώριμη; Πιο αβέβαιη; Πιο ερωτευμένη;
Δεν μπορώ να πώ…
Δεν είμαι σίγουρη…

Δάφνη

Είμαι αρκετά μεγάλη πια
για να πιστεύω
στις νεράιδες και στις νύμφες του δάσους
– όλα αυτά τα σβέλτα κορίτσια
με τα ονόματα των δένδρων..
Αν όμως υπήρχαν
τότε σίγουρα θα τις ζήλευα…
Γιατί μόνο αυτές ξέρουν να κρατάνε<
κρυφές και μυστικές τις ζωές τους.
Γιατί θα ήθελα, σαν κι αυτές να είμαι…
Μία φήμη.

***

(9.6.2012)

Τάρα (2012)

στη θέα ενός αστεριού που πέφτει…

Όταν κάνω την ευχή μου, στην πραγματικότητα, εύχομαι για κάτι άλλο.
Μέχρι η ευχή μου να εκπληρωθεί, εύχομαι ο χρόνος (μου) να κυλήσει.

… ενός ουράνιου τόξου…

Εύχομαι η ευχή μου και ο χρόνος (μου) να είναι από την ίδια ουσία, να
ενωθούν, να γίνουν ένα…
Και έτσι η ευχή μου, που δεν έχει και τόση σημασία πια, γίνεται μία
μεταφορά.

… μίας λιμπελούλας…

Και έτσι ο χρόνος μου κυλάει και αναβλύζει.
Και έτσι κάθε ευχή μου γίνεται η πηγή και μίας νέας, ευτυχισμένης αφήγησης.
(Μία πηγή ή ένα συντριβάνι;)

***

(9.7.2012)

Tάρα (2012)

(μετρώντας οτιδήποτε – εκτός από τον χρόνο)

4 γαλάζια νύχια
6 τσιγάρα menthol το ένα μετά το άλλο
πως «χώρεσα» μια αγαπημένη νουβέλα σε 28 χάικου
σήμερα: 14 ναί 19 όχι 8 ψέμματα
μικρό μανιφέστο #11, μικρό μανιφέστο #12, μικρό μανιφέστο #13
5 σταγόνες λεμόνι στο απογευματινό τσάϊ
3 κιλά σε 4 εβδομάδες
12 ή 13 αποχρώσεις (τεχνητού) γκρι στην οθόνη
63 κεφάλαια για να τελειώσω το The Pillow Book της Sei Shonagon
2 – 3 ερωτήσεις (ή απορίες;)
To «Close to you» σε 7 διαφορετικές εκτελέσεις
12 «κομμένες σκηνές» από την ζωή μου
58 σημειώσεις της Susan Sontag για το camp
έτοιμη να αποδεχθώ 3 όρους
83 fortune cookies
9 αξιομνημόνευτοι εραστές από τα 18 μέχρι τα 21 (δεν νομίζω να ξεχνάω κάποιον)
5 κίτρινοι σημερινοί υβίσκοι
πόσες ήταν οι Ομπρέλλες του Χερβούργου; (πρέπει να τις μετρήσω)
8 tweets σε 3 ώρες
27 ταινίες με τέρατα
ιδέα για ένα βιβλίο: 38 μυθολογικά πρόσωπα και 38 ινδάλματά μου ανταλλάσουν ρόλους
19 διαφορετικά καφέ κραγιόν
15 λεπτά (ακόμη) για να ψηθεί το κέϊκ
με πόσες μαχαιριές δολοφονήθηκε η Janet Leigh στη σκηνή του ντους στο Psychο; (πρέπει να τις ξαναμετρήσω…)
10 πράγματα για να γίνει πιο μελοδραματική η ζωή μου
21 ημέρες πριν να…
πρόχειρο σημειωματάριο για το φεγγάρι με 33 μίνι ποιήματα
69 χιλιόμετρα ακόμη

υ.γ. η ευχή που έκανα, στη θέα μίας λιμπελούλας, βγήκε αληθινή...

***

(9.8.2012)

Μίρνα Μ. Μάϊνορ (2012)

Το Μ.Μ.Μ. είναι το ποιητικό μου ψευδώνυμο. Άγνωστο ακόμα, αφού δεν έχω δημοσιεύσει τίποτα και όπως λέω στον τηλεφωνητή μου «Το όνομά μου είναι Μ.Μ.Μ., στον ελεύθερο χρόνο μου γράφω ποιήματα που μάλλον είναι λίγο βαρετά».

Το ύφος της γραφής μου είναι ακριβές, κοφτό, στυλιζαρισμένο (στα όρια της επιτήδευσης), με ίσες δόσεις φορμαλισμού και αφαίρεσης.

Δεν θεωρώ απαραίτητο για μία (άγνωστη) νεαρή ποιήτρια να φορά μόνο μαύρα. Τα βασικά χρώματα στα ρούχα μου είναι το ναυτικό μπλέ, το ινδικό ροζ και το λευκό.

Παρακολουθώ (σχεδόν παντού, σχεδόν όλα) τα νέα ποιητικά ρεύματα σε δύο-τρεις γλώσσες.  Σε άλλα αντιστέκομαι, σε άλλα ενδίδω. Το θεωρώ φυσικό και δεν με ανησυχεί… Όπως δεν με ανησυχεί και η λέξη «μοναδικότητα».

Δεν ζητάω ποτέ αυτόγραφα.

Προσπαθώ να περπατάω σαν την αγαπημένη μου ποιήτρια. Προσπαθώ να καπνίζω σαν τον αγαπημένο μου ποιητή.

Αναρωτιέμαι αν θα πρέπει να παίρνω το (λυρικό) εγώ μου πιο σοβαρά…

Αποφεύγω να συναναστρέφομαι νέους ποιητές και νέες ποιήτριες. Πόσο μάλλον να βγαίνω ραντεβού μαζί τους.

Προσπαθώ να ακουμπάω όσο πιό πολλά δένδρα, όσο πιο πολλά λουλούδια μπορώ.

Θα προτιμούσα για τον εαυτό μου τον τίτλο «improvisatrice». Υπόσχεται πολλά.

Αυτό που είναι μοιραίο σε κάθε τέχνη είναι μοιραίο και στην ποίηση. Τις περισσότερες φορές απορρίπτω τα ποιήματά μου με την δεύτερη ή την τρίτη ματιά… Δεν μετανοώ.

Κοιμάμαι λίγο. Τρώω λιγότερο. Περπατάω περισσότερο.

Προτιμώ να γράφω σε φύλλα αλληλογραφίας ξενοδοχείων και αεροπορικών εταιριών… Ποιήματα-επιστολές.

Την άνοιξη καλλιεργώ τους σπόρους μου.
Το φθινόπωρο ανθίζουν τα χρυσάνθεμά μου.
Τον χειμώνα και το καλοκαίρι ασχολούμαι με το σώμα μου και το βάρος μου.

Η ποίησή μου συχνά με μεταφέρει πέρα από την γνώση μου, πέρα από την εμπειρία μου. Την ακολουθώ.

Ιδανική μου δουλειά, το να εργάζομαι σε κάποιο κατάστημα που ειδικεύεται σε έπιπλα και υφάσματα των αρχών του 20ου αιώνα… Μου αρέσει να περνάω κάποιες (κλασσικές) ώρες μαζί τους πριν ξαναβρεθώ στην thrift οικιακή μου πραγματικότητά.

Αγαπημένος τίτλος βιβλίου ποίησης: «Not Me». Αγαπημένος τίτλος ποιήματος: «Stanzas, Sexes, Seductions».

Γράφω πάντα τα όνειρά μου. Τις περισσότερες φορές έχουν να κάνουν με το σεξ αλλά το σεξ στα όνειρα είναι πάντα αποκαλυπτικό… Ακριβώς επειδή δεν συμβαίνει.

Γνωρίζω πολύ καλά τις διαφορές ανάμεσα στο punk και το new wave, ανάμεσα στην προαστειακή ποπ και την εκκεντρική ποπ της δεκαετίας του ’90 στην Βρεττανία…. Προτιμώ τις πόζες του new wave και της εκκεντρικότητας.

Τα καλύτερα ποιήματά μου είναι οι δικές μου (would-be sublime) εκδοχές των αγαπημένων μου ποιημάτων…

Βρίσκω μάλλον αστεία τα ονόματα που δίνουν τα ζεύγη των ποιητών στους απογόνους τους.

Ο φόβος, ότι κάποια στιγμή το ταλέντο μου θα εξαφανισθεί, με ακολουθεί. Αλλά όπως λέει και ο αγαπημένος μου τραγουδιστής, αυτός ο φόβος είναι και ο καλύτερος φίλος μου (ή φίλη;).

Δεν τρώω τα νύχια μου. Δεν βάφω τα νύχια μου.

Στους (νεαρούς) ποιητές που –σπάνια– συναντώ, συνήθως  λέω: «Γίνετε πιο θηλυκοί, χωρίς να ανησυχείτε για την βεβαιότητα του φύλου σας». Το βρίσκουν χαριτωμένο και μου χαμογελούν με την συγκατάβαση που τους επιτρέπει η βεβαιότητά τους.

Αγαπημένες μου λέξεις και φράσεις:   Café Society.   Λήθαργος.   Μετα-οικειότητα. In bed begins responsibility.   Μεταφορά.   Soap.   Silence.   Η απόλαυση (του κειμένου) ως η μοναδική εγγύηση. Far-out.   Λογόρροια.   Stein is Nice.   Pastiche.   Kαι άλλες πολλές.

Από τον πρώτο και τον δεύτερο βαθμό ερωτισμού, προτιμώ και τους δύο. Ταυτόχρονα.

Το πιο πρόσφατο ποίημά μου: Ένα (ψευδο)σονέττο για τα 14 τσιγάρα που κάπνισε μια κινηματογραφική σταρ σε μια ταινία της δεκαετίας του ’50… Κρατάω σημειώσεις για όλες τις κινηματογραφικές στιγμές με ηρωίδες-καπνίστριες. Με ενδιαφέρουν τα σφιγμένα χείλη τους, ο τρόπος που εκπνέουν τον καπνό, ο τρόπος που κρατούν το τσιγάρο…

Στην παιδική ηλικία μου βρίσκω τα κλειδιά για δωμάτια γεμάτα εικόνες.

Κρυφό όνειρο #1. Να βγάλω το φόρεμά μου και να ποζάρω για τον αγαπημένο μου φωτογράφο.

Κρυφό όνειρο #2. Να μην βγάλω το φόρεμά μου και να ποζάρω για τον αγαπημένο μου φωτογράφο, για το οπισθόφυλλο του πρώτου μου βιβλίου.

Δεν γράφω ποτέ άρθρα, σχόλια, κριτικές, δοκίμια. Κάτι που δυσχεραίνει περισσότερο την οικονομική μου κατάσταση.

Είμαι καχύποπτη με κάθε είδους ακαδημαϊκή μόρφωση και εκπαίδευση. Όπως και με κάθε είδους καριέρα… All these Industries of Egos.

Εμπιστεύομαι το ένστικτό μου, όσο κι εκείνο εμπιστεύεται εμένα. Πολύ, δηλαδή.

Μούσες μυθικές. Μούσες επικίνδυνες. Μούσες θηλυκές. Μούσες αρσενικές. Μούσες σχιζοφρενείς. Μούσες αυτοκαταστροφικές. Μούσες του μεσονυκτίου. Με αγνοούν και τις αγνοώ. Είμαι όμως πάντοτε υπό την επήρεια κάποιων αγαπημένων ονομάτων.

Πιστεύω στα καλλυντικά. Δεν πιστεύω στα κοσμήματα. Δεν πιστεύω στην δερματοστιξία.

Όταν δεν έχω αρκετά χρήματα για να γράφω σε δωμάτια ξενοδοχείων, τότε προτιμώ την κουζίνα του σπιτιού. Ξαναδιαβάζω τα ποιήματά μου πάντοτε ξαπλωμένη.

Όσο μεγαλώνω δεν διακρίνω καμμία διαφορά στην γραφή μου. Τα ποιήματά μου αρνούνται να ωριμάσουν.

Το Μ.Μ.Μ. είναι το ποιητικό μου ψευδώνυμο. Άσημο ακόμα, αφού δεν έχω δημοσιεύσει τίποτα και όπως γράφω στο twitter μου «Το όνομά μου είναι Μ.Μ.Μ., στον ελεύθερο χρόνο μου γράφω ποιήματα που μάλλον είναι λίγο βαρετά»

***

(26.9.2012)

Δάφνη

Αλήθεια,
υπάρχει και μία πέμπτη εποχή,
που εμφανίζεται πάντοτε
χωρίς καμμιά προειδοποίηση,
λίγο πριν ή λίγο μετά το καλοκαίρι…
Και της έχω υποσχεθεί
ότι θα την κρατώ μυστικό
και ότι γρήγορα θα της βρω ένα όνομα…
Αν με αφήσει να την γνωρίσω καλύτερα.
Αν μείνει λίγο περισσότερο μαζί μου.

***

(9.10.2012)

Νάνσυ (2012)

… για ώρες ήμουν μία νιφάδα πάνω από τον ωκεανό και δεν ήξερα που ακριβώς να πέσω αφού όλα εκεί κάτω ήταν το ίδιο γκρι και το ίδιο αφιλόξενα

τελικά αποφάσισα να μην πέσω και ύστερα από ένα κουραστικό ταξίδι έφτασα πάνω από τη γη

πέταξα για λίγο ακόμη και όταν βρέθηκα πάνω από μια μικρή πόλη χωρίς να το πολυσκεφτώ έπεσα στα χείλη ενός κοριτσιού που δεν έχασε την ευκαιρία να με καταπιεί αμέσως και όλα ήταν τόσο γλυκά

έλιωσα αστραπιαία και όταν πια δεν υπήρχα έγινα ένα περίεργο κίτρινο
το κίτρινο που θα βάψω τα μαλλιά μου στην επόμενη σελίδα

***

d. (2012)

άγνωστοι με κοιτούν κρυφά ~ μέσα από το παράθυρο ~ και μετά δεν λένε αυτό που φοβούνται να πουν ~ ότι ναι δεν μου ανήκω ~ ότι μου αρέσει να είμαι μόνη ~ να κάθομαι αναπαυτικά ~ με την φωνή μου ~ που ποτέ δεν χάνει την ευκαιρία

απόψε o άγγελος που μένει στο ποτήρι με το ζεστό γάλα ~ ίσως με επισκεφθεί ~ εγώ πάντως τον περιμένω

είμαι το καλώδιο που κρέμεται από το ταβάνι ~ και κάτι δείχνει ~ προς την πόρτα

δεν είναι μυστικό ~ δεν μου ανήκω ~ ανήκω σε αυτoύς ~ σε αυτούς που με κατέχουν ~ είμαι ένα μέσον ~ δική τους επινόηση ~ μόνο για την φωνή μου ~ την ακούω ~ αλλά ούτε αυτή μου ανήκει

απόψε o άγγελος που φυλάει όλες τις τις γλώσσες και τις φωνές που έχασα -που προστατεύει τα ξεχασμένα όνειρά μου και τις ξεχασμένες ευχές μου ~ ίσως με επισκεφθεί ~ και σίγουρα θα χρειάζεται ένα ζεστό μπάνιο

είμαι το χαλασμένο CD Player ~ που παίζει χαλασμένη μουσική ~ όλες τις ώρες

ο κόσμος μου είναι διπρόσωπος ~ με αρρωσταίνει ~ αυτά που θέλω είναι αυτά που μπορούν να με σκοτώσουν ~ και δεν τα αλλάζω ~ τα ίδια λόγια γράφουν και ξαναγράφουν τις ημέρες και τις νύχτες μου ~ δεν μπορώ να σταματήσω να μιλάω ~ να το κλείσω ~ δική τους εντολή

απόψε θα σβήσω όλα τα φώτα ~ θα σβήσω όλες τις ερωτήσεις και τις απαντήσεις ~ και ίσως κοιμηθώ ~ ανγνωρίζω τον ύπνο από το άρωμά του

είμαι το σκυλί της διπλανής πόρτας ~ η δυσάρεστη οσμή που φέρνει ο νοτιάς ~ η γαζία που αρνείται να ανθίσει για δεύτερη συνεχόμενη χρονιά

σου αρέσουν τα ψέμματά μου ~ αυτά που με έβαλαν να λέω ~ δεν είναι μυστικό
και ίσως αύριο όταν ξυπνήσω θα αναγνωρίζω την φωνή μου ~ και ίσως η ζωή μου θα μου ανήκει ~ αν συμβεί κάτι τέτοιο σίγουρα θα το καταλάβω ~ χωρίς αμφιβολία

είμαι τόσο κουρασμένη για να υπακούσω ξανά ~ δεν υπάρχει δεύτερη ευκαιρία ~ πρωϊνό από την σελίδα 28 ~ και όλα αυτά που με περιμένουν ~ προσωπικά

είμαι κάτω από τα σκεπάσματα

5 thoughts on “HOTEL WOMEN / ΣΥΝΤΟΜΑ ΡΟΜΑΝΤΙΚΑ (ΑΥΤΟ)ΠΟΡΤΡΕΤΑ ΚΑΙ ΕΠΕΙΣΟΔΙΑ

Leave a Reply

Please log in using one of these methods to post your comment:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s