ΔΙΝΗ

της Βικτώριας Δεληγιάννη

Σταυροπόδι στο ματ περιμένω την Aν. Όμως αντίθετα από τα αναμενόμενα συναισθήματα εσωτερικής χαλάρωσης και ισορροπίας ενός διαλογισμού μάλλον βγαίνω ταραγμένη από την πρακτική.

Η Αν πεινάει. Η Αν ξεχνάει συχνά το στομάχι της. Η Αν μόλις που υπάρχει.

Το μυαλό μου πηγαίνει στην Άννα/Pro Anna, που όπως και η Μία αναφέρονται συχνά κατά τη διεθνή ορολογία στη νευρική ανορεξία και βουλιμία αντίστοιχα. H ανάγκη για αψεγάδιαστη εικόνα/ταυτότητα που όμως κρύβει πίσω της τη ρουτίνα της αυτοτιμωρίας.

Μια λεκάνη καθρέφτης ενός διαφορετικού life style.
Ένα στόμα έτοιμο να μιλήσει, να φιλήσει, να ρουφήξει ίσως, παρά να ξεράσει τα περιττά μιας υπερφαγίας/υπερκατανάλωσης. Σε ένα δεύτερο επίπεδο καταβροχθίζεται από ένα άλλο στόμα τον πάτο της λεκάνης. Το καθρεφτιζόμενο χέρι είναι το δεξί που μπαίνει στην είσοδο του οισοφάγου και με το δάχτυλο  προκαλεί. Αντιστρέφοντας, είναι το αριστερό χέρι στήριγμα στο μέτωπο κατά τη διαδικασία. Στην αποτύπωση θυμίζει το χέρι-ευχή του Ιησού στις αγιογραφίες και την ιεροτελεστία που κρύβει η επανάληψη. Και είναι μια δίνη που επαναλαμβάνεται και χάνεται με κάθε τράβηγμα του νερού.
Άλλες φορές βίαιη, επιθετική, άλλες λυτρωτική, άλλες απλώς διαδικαστική. Και παίρνει μαζί της επιθυμίες, όνειρα, αξίες, όλα πολύτιμα – πολύχρωμα ψήγματα του εσωτερικού μας κόσμου.

Παρένθεση. Την προσοχή μου τραβούν οι δίνες. Από τις πιο γνωστές η αναπαράσταση της ακολουθίας Φιμπονάτσι και του Χρυσού Κανόνα. Διαβάζοντας ανακαλύπτω έναν γενικευμένο διαχωρισμό. Οι δίνες με δεξιόστροφη περιστροφή θεωρούνται θηλυκές ενώ οι αντίστροφες αρσενικές. Όμως αργότερα μελετώντας περισσότερο την ακολουθία Φιμπονάτσι βρίσκω ότι ο διαχωρισμός αυτός δεν έχει νόημα καθώς πολλές δίνες όταν φτάνουν στο κέντρο τους αντιστρέφουν την περιστροφή τους. Δεν υπάρχει αρχή σ’ ένα τέλος, αλλά υπάρχει  μία αρχή κι ένα τέλος στην αρχή και μία αρχή ξανά και ξανά.

The end is the beginning is the end.
Είναι φωτεινά εκεί που βρίσκεσαι;
Έχουν αλλάξει οι άνθρωποι;
Σε κάνει ευτυχισμένη;
Είσαι τόσο παράξενη.

Και την πιο σκοτεινή σου ώρα, παλιά μου μυστικά απλωμένα.
Mπορείς να δεις τον κόσμο να καταβροχθίζεται στον πόνο του.
Παράξενο.
             (Στίχοι των Sm. Pumpkins,The end is the beginning is the end)

Η δίνη της κρίσης.. Όλοι μας λίγο πολύ είμαστε η Αν. Χανόμαστε στην ρουφήχτρα της καθημερινότητας και της αβεβαιότητας. Είναι όμως ένας φαύλος κύκλος? ΄Ισως όχι και όπως ο λύκος που κάνει κύκλους γύρω από  το θήραμα του, απειλεί και ανασυντάσσεται μέχρι την τελική επίθεση και την επίτευξη του στόχου του.

Για ένα happy end and a happy beginning and a happy beginning again and again.

ΚΑΙ ΜΕΤΑ ΔΕΝ ΕΜΕΙΝΕ KANEIΣ . AND THEN THERE WERE NONE

της Δήμητρας Ιωάννου / by Dimitra Ioannou

λέξη-σύνδεσμος: φάει

word-link: eat

IN MY KITCHEN. . .

by Antonis Katsouris

On the door of my refrigerator colored
magnetic letters form once again
Robert Indiana’s LOVE.

*

Cress, curry, coriander
and oregano, salt, and white pepper,
chili, clove and cinnamon.

*

With the coffee filters, the ashes,
the withered flowers, I throw in the trash
your farewell letter too.

*

On the fried breakfast egg,
my yellow heart, and all around my
slightly burnt white fate. . .

*

And Mary, who is drunk again, fixes
her lipstick while holding the kitchen knife
as a real mirror.

*

I look again for something to cook for us
at Betty Crocker’s recipe book “Just the Two of Us”
and I expect you for dinner. . .

*

And the faucet is leaking and leaking
to remind me of the small repairs
that I need to make in my life. . .

*

I look at the dirty dishes of our failed
tête-à-tête … For the last time, I say to myself,
before I begin to wash them. . .

*

The housewife’s vanity;
to rise to the occasion, wearing
my favorite apron.

*

On the table a still life with fruit,
flowers and two magazines to remind me of
Wolfgang Tillmans; or, perhaps, Jack Pierson?

*

I place two ice cubes into your drink
and I melt as they melt thinking of you
in the next room…

*

I’m looking at my collection of
twelve different plates and I think
I’ve found the most beautiful…

*

(in my kitchen
I always know
who I am. . .)

ΣΤΗΝ ΚΟΥΖΙΝΑ ΜΟΥ…

του Αντώνη Κατσούρη

Στην πόρτα του ψυγείου μου χρωματιστά,
μαγνητικά γράμματα ξαναγράφουν το
LOVE του Robert Indiana.

Κάρδαμο, κάρρι, κορίανδρος
και ρίγανη, αλάτι κι άσπρο πιπέρι
τσίλι, γαρύφαλλο και κανέλλα.

Μαζί με τα φίλτρα του καφέ, τις στάχτες,
τα μαραμένα λουλούδια, πετάω στα σκουπίδια
και το αποχαιρετιστήριο σημείωμά σου…

Στο τηγανιτό αυγό του πρωινού,
η κίτρινη καρδιά μου και γύρω της η άσπρη,
λίγο καμμένη μοίρα μου…
*

Κι η Μαίρη, μεθυσμένη ξανά, διορθώνει
το κραγιόν της κρατώντας σαν έναν αληθινό
καθρέφτη το μαχαίρι του ψωμιού…

Ψάχνω πάλι κάτι για μας στο βιβλίο με τις
συνταγές της Betty Crocker «Just the Two of Us»
και σε περιμένω για φαγητό…

Κι η βρύση του νεροχύτη που στάζει και στάζει.
Για να μού υπενθυμίζει τις μικροεπισκευές
που χρειάζεται η ζωή μου…
*

Κοιτάζω τ’ άπλυτα πιάτα του αποτυχημένου
τετ-α-τετ μας… Για τελευταία φορά, σκέφτομαι,
πριν αρχίσω να τα πλένω…

Η ματαιοδοξία της νοικοκυράς…
Να στέκομαι στο ύψος μου φορώντας
την αγαπημένη μου ποδιά.

Στο τραπέζι μία νεκρή φύση με φρούτα,
λουλούδια και δύο περιοδικά, να μού θυμίζει
Wolfgang Tillmans, ή μήπως Jack Pierson;

Βάζω δύο παγάκια στο ποτό σου
και λειώνω μαζί τους, καθώς σε σκέφτομαι
στο διπλανό δωμάτιο…

Χαζεύω την συλλογή με τα
δώδεκα, διαφορετικά πιάτα μου και νομίζω
ότι βρήκα το ομορφώτερο…

(Στην κουζίνα
μου, είμαι πάντα
εγώ.)

#1, #2 from the series “IRRIDUCIBILE”

by a_kapoka@yahoo.it

λέξη-σύνδεσμος: hollow / word-link:  κενό

aglimpseof 09 . THE CRACK-UP

FROM THE “RUPTURE” TO THE “RUPTURE”

AUGUST-SEPTEMBER 2011

SOURCE TEXT: Second Novella: “The Crack-up,”, F.Scott Fitzerald by Gilles Deleuze and Felix Guattari

CONTENTS:

• the visual texts Nothing Can Happen Any Longer by Dimitra Ioannou are linked to the word “rupture”

• the sound work Molecular by Irini Karayannopoulou is linked to the word “molecular”

• the photo AF0278 by Giannis Drakoulidis is linked to the word “world”

• the sound work Time by Irini Karayannopoulou is linked to the word “time”

• the photo Untitled from the series Echoes by ma_kapoka@yahoo.it is linked to the word “blows”

• the video Rupture by Nance Davies is linked to the word “rupture”


Of course all life is a process of breaking down, but the blows that do the dramatic side of the work — the big sudden blows that come, or seem to come, from outside — the ones you remember and blame things on and, in moments of weakness, tell your friends about, don’t show their effect all at once. There is another sort of blow that comes from within — that you don’t feel until it’s too late to do anything about it, until you realize with finality that in some regard you will never be as good a man again. The first sort of breakage seems to happen quick — the second kind happens almost without your knowing it but is realized suddenly indeed.”

The Crack-Up” by Francis Scott Fitzgerald is an autobiographical text in three parts originally published in Esquire’s February, March and April 1936 issues. Gilles Deleuze and Felix Guattari analyze it in the eighth chapter of “A Thousand Plateaus, volume 2 of Capitalism and Schizophrenia, 1874: Three Novellas, or “What Happened?,” (1980).

In the beginning of this chapter they write: “Take Fitzgerald. He is a tale and novella writer of genius. He is a novella writer when he asks himself, Whatever could have happened for things to have come to this? He is the only one who has been able to carry this question to such a point of intensity. It is not a question of memory, reflection, old age, or fatigue, whereas the tale would deal with childhood, action, or impulse. Yet it is true that Fitzgerald only asks himself the question of the novella writer when he is personally worn-out, fatigued, sick, or even worse off. But once again, there is not necessarily a connection: it can also be a question of vigor, or love. It still is, even in desperate conditions. It is better to think of it as an affair of perception: you enter a room and perceive something as already there, as just having happened, even though it has not yet been done. Or you know that what is in the process of happening is happening for the last time, it’s already over with. You hear an “I love you” you know is the last one. Perceptual semiotics. God, whatever could have happened, even though everything is and remains imperceptible, and in order for everything to be and remain imperceptible forever?”

Issue 9 republishes the passage Second Novella: “The Crack-up,” F. Scott Fitzgerald from A Thousand Plateaus’ s english edition. The text is translated by Brian Massumi (Minneapolis: University of Minnesota Press, 1987).

Second Novella: “The Crack-up,” F. Scott Fitzgerald

by Gilles Deleuze, Felix Guattari

What happened? This is the question Fitzgerald keeps coming back to toward the end, having remarked that “of course all life is a process of breaking down.” How should we understand this “of course”? We can say, first of all, that life is always drawn into an increasingly rigid and desiccated segmentarity*. For the writer Fitzgerald, voyages, with their clear-cut segments, had lost their usefulness. There was also, from segment to segment, the depression, loss of wealth, fatigue and growing old, alcoholism, the failure of conjugality, the rise of the cinema, the advent of fascism and Stalinism, and the loss of success and talent—at the very moment Fitzgerald would find his genius. “The big sudden blows that come, or seem to come, from outside” , and proceed by over significant breaks, moving us from one term to the other according to successive binary “choices”: rich/poor… Even when change runs in the other direction, there is nothing to compensate for the rigidification, the aging that overcodes everything that occurs. This is a line of rigid segmentarity bringing masses into play, even if it was supple to begin with.

But Fitzgerald says that there is another type of cracking, with an entirely different segmentarity. Instead of great breaks, these are micro-cracks, as in a dish; they are much more subtle and supple, and occur when things are going well on the other side. If there is aging on this line, it is not of the same kind: when you age on this line you don’t feel it on the other line, you don’t notice it on the other line until after “it” has already happened on this line. At such a moment, which does not correspond to any of the ages of the other line, you reach a degree, a quantum, an intensity beyond which you cannot go. (It’s a very delicate business, these intensities: the finest intensity becomes harmful if it overtaxes your strength at a given moment; you have to be able to take it, you have to be in shape.) But what exactly happened? In truth, nothing assignable or perceptible: molecular changes, redistributions of desire such that when something occurs, the self that awaited it is already dead, or the one that would await it has not yet arrived. This time, there are outbursts and crackings in the immanence of a rhizome, rather than great movements and breaks determined by the transcendence of a tree. The crack-up “happens almost without your knowing it but is realized suddenly indeed” (p. 69). This molecular line, more supple but no less disquieting, in fact, much more disquieting, is not simply internal or personal: it also brings everything into play, but on a different scale and in different forms, with segmentations of a different nature, rhizomatic instead of arborescent. A micropolitics.

There is, in addition, a third line, which is like a line of rupture or a “clean break” and marks the exploding of the other two, their shake-up… in favor of something else? “This led me to the idea that the ones who had survived had made some sort of clean break. This is a big word and is no parallel to a jailbreak when one is probably headed for a new jail or will be forced back to the old one”. Here, Fitzgerald contrasts rupture with structural pseudo-breaks in so-called signifying chains. But he also distinguishes it from more supple, more subterranean links or stems of the “voyage” type, or even from molecular conveyances. “The famous ‘Escape’ or ‘run away from it all’ is an excursion in a trap even if the trap includes the South Seas, which are only for those who want to paint them or sail them. A clean break is something you cannot come back from; that is irretrievable because it makes the past cease to exist” . Can it be that voyages are always a return to rigid segmentarity? Is it always your daddy and mommy that you meet when you travel, even as far away as the South Seas, like Melville? Hardened muscles? Must we say that supple segmentarity itself reconstructs the great figures it claimed to escape, but under the micro- scope, in miniature? Beckett’ s unforgettable line is an indictment of all voyages: “We don’t travel for the fun of it, as far as I know; we’re foolish, but not that foolish.

In rupture, not only has the matter of the past volitized; the form of what happened, of an imperceptible something that happened in a volatile matter, no longer even exists. One has become imperceptible and clandestine in motionless voyage. Nothing can happen, or can have happened, any longer. Nobody can do anything for or against me any longer. My territories are out of grasp, not because they are imaginary, but the opposite: because I am in the process of drawing them. Wars, big and little, are behind me. Voyages, always in tow to something else, are behind me. I no longer have any secrets, having lost my face, form, and matter. I am now no more than a line. I have become capable of loving, not with an abstract, universal love, but a love I shall choose, and that shall choose me, blindly, my double, just as selfless as I. One has been saved by and for love, by abandoning love and self. Now one is no more than an abstract line, void. Absolute deterritorialization. One has become like everybody/the whole world (tout le monde), but in a way that can become like everybody/ the whole world. One has painted the world on oneself, not oneself on the world. It should not be said that the genius is an extraordinary person, nor that everybody has genius. The genius is someone who knows how to make everybody/the whole world a becoming (Ulysses, perhaps: Joyce’s failed ambition, Pound’s near-success). One has entered becomings-animal, becomings-molecular, and finally becomings-imperceptible. “I was off the dispensing end of the relief roll forever. The heady villainous feeling continued. … I will try to be a correct animal though, and if you throw me a bone with enough meat on it I may even lick your hand.”  Why such a despairing tone? Does not the line of rupture or true flight have its own danger, one worse than the others? Time to die. In any case, Fitzgerald proposes a distinction between the three lines traversing us and composing “a life” (after Maupassant). Break line, crack line, rupture line. The line of rigid segmentarity with molar breaks; the line of supple segmentation with molecular cracks; the line of flight or rupture, abstract, deadly and alive, non segmentary.

*

Translation by Brian Massumi

aglimpseof 09 . ΤΟ ΡΑΓΙΣΜΑ

ΑΠΟ THN «ΡΗΞΗ» ΜΕΧΡΙ ΤΗΝ «ΡΗΞΗ»
ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ-ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ 2011

ΚΕΙΜΕΝΟ-ΠΗΓΗ: Το απόσπασμα «Δεύτερη νουβέλα, “Το ράγισμα”, Φιτζέραλντ, 1936» από το έργο «Mille Plateaux»(«Χίλια επίπεδα») των Ζιλ Ντελέζ και Φελίξ Γκουατταρί, σε μετάφραση Δήμητρας Ιωάννου.

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ:

• Τα οπτικά κείμενα «Τίποτα δεν μπορεί πια να συμβεί της Δήμητρας Ιωάννου σε σύνδεση με την λέξη “ρήξη”

• Το ηχητικό έργο «Molecular» της Ειρήνης Καραγιαννοπούλου σε σύνδεση με την λέξη “μοριακός”

• Η φωτογραφία «AF0278» του Γιάννη Δρακουλίδη σε σύνδεση με την λέξη “κόσμος”

• Το ηχητικό έργο «Time» της Ειρήνης Καραγιαννοπούλου σε σύνδεση με την λέξη “χρόνος”

• Η φωτογραφία «Untitled» from the series «Echoes» της ma_kapoka@yahoo. σε σύνδεση με την λέξη “χτυπήματα”

• Tο βίντεο «Rupture» της Nance Davies σε σύνδεση με την λέξη “ρήξη”

«Φυσικά όλη η ζωή είναι μια διαδικασία κατάρρευσης, αλλά τα χτυπήματα που κάνουνε τη δραματική πλευρά της δουλειάς -τα μεγάλα ξαφνικά χτυπήματα που έρχονται, ή τουλάχιστον έτσι δείχνουν, από τα έξω-, εκείνα τα οποία θυμάσαι και τα οποία κατηγορείς και για τα οποία μιλάς, σε στιγμές αδυναμίας, στους φίλους σου, δεν εμφανίζουν αμέσως τς συνέπειές τους. Υπάρχει κι ένα χτύπημα άλλου είδους το οποίο έρχεται από τα μέσα -το οποίο δεν αισθάνεσαι παρά μόνο όταν είναι πολύ αργά για να κάνεις κάτι, παρά μόνο όταν συνειδητοποιήσεις οριστικά ότι κατά κάποιο τρόπο δεν πρόκειται ποτέ να ξαναγίνεις τόσο καλός όσο ήσουν. Το πρώτο είδος κατάρρευσης μοιάζει να γίνεται γρήγορα· το δεύτερο γίνεται σχεδόν χωρίς να το καταλάβεις, αλλά το συνειδητοποιείς πραγματικά απότομα».

«Το ράγισμα» του Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ είναι ένα αυτοβιογραφικό κείμενο σε τρία μέρη τα οποία δημοσιεύτηκαν αρχικά στα τεύχη Φεβρουαρίου, Μαρτίου και Απριλίου 1936 του περιοδικού Esquire. Ο Ζιλ Ντελέζ και ο Φελίξ Γκουατταρί το αναλύουν στο όγδοο κεφάλαιο του βιβλίου «Χίλια Επίπεδα», που είναι το δεύτερο μέρος του έργου «Καπιταλισμός και σχιζοφρένεια», με τίτλο «Δεύτερη Νουβέλα: “Το ράγισμα”. Φιτζέραλντ, 1936».

Στην αρχή του κεφαλαίου γράφουν: «Πάρτε τον Φιτζέραλντ. Είναι ένας μεγαλοφυιής αφηγητής και νουβελίστας. Αλλά είναι νουβελίστας κάθε φορά που αναρωτιέται: Τι μπορεί να έγινε ώστε να φθάσουν εδώ τα πράγματα; Είναι ο μόνος που είχε την ικανότητα να φέρει αυτό το ερώτημα σε τέτοιο σημείο εντατικότητας. Όχι ότι είναι ένα ερώτημα για τη μνήμη, τη σκέψη, τη γεροντική ηλικία ή την κούραση, ενώ η αφήγηση θα ήταν για την παιδική ηλικία, τη δράση ή την ορμή. Πάντως είναι αλήθεια ότι ο Φιτζέραλντ θέτει το ερώτημα ως νουβελίστας μόνο όταν ο ίδιος αισθάνεται φθαρμένος, κουρασμένος, άρρωστος ή ακόμα χειρότερα. Αλλά και πάλι δεν υπάρχει απαραίτητα σύνδεση: θα μπορούσε να είναι επίσης ένα ερώτημα για το σθένος ή την αγάπη. Όπως και είναι, ακόμα και σ’ αυτές τις συνθήκες απελπισίας. Θα ήταν καλύτερα να το συλλάβεις σύμφωνα με την αντίληψη: μπαίνεις σ’ ένα δωμάτιο και αντιλαμβάνεσαι ότι κάτι ίσως είναι ήδη εκεί, σαν να έχει μόλις συμβεί, αν και ακόμα δεν έχει ολοκληρωθεί. Ή ξέρεις ότι αυτό που γίνεται τώρα, γίνεται για τελευταία φορά, ότι έχει ήδη τελειώσει. Ακούς ένα “σ’ αγαπώ” και ξέρεις πως λέγεται για τελευταία φορά. Σημειωτική αντίληψη. Θεέ μου, τι μπορεί να έγινε, ενώ όλα είναι και παραμένουν ανεπαίσθητα, ώστε να είναι και να παραμείνουν ανεπαίσθητα για πάντα;»

Το έργο «Χίλια Επίπεδα» (1980) κυκλοφορεί στο πρωτότυπο γαλλικό κείμενο από τις Editions de Minuit / Collection critique, και σε αγγλική μετάφραση του Brian Massumi από τις εκδόσεις Minneapolis: University of Minnesota Press.

Δεύτερη Νουβέλα, «Το ράγισμα», Φιτζέραλντ, 1936.

των Ζιλ Ντελέζ και Φελίξ Γκουατταρί

«Τι έγινε;», είναι το ερώτημα στο οποίο ο Φιτζέραλντ εξακολουθεί να επανέρχεται στο τέλος, ενώ έχει ήδη πει ότι «φυσικά όλη η ζωή είναι μια διαδικασία κατάρρευσης». Πώς ν’ αντιληφθούμε αυτό το «φυσικά»; Αρχικά μπορούμε να πούμε ότι η ζωή εμπλέκεται ασταμάτητα σε μια τμηματοποίηση όλο και πιο άκαμπτη και στείρα.

Για τον συγγραφέα Φιτζέραλντ υπάρχει η φθορά των ταξιδιών, με τα τμήματά τους καλά διαχωρισμένα. Κι ακόμα υπάρχουν, από τμήμα σε τμήμα, η οικονομική κρίση, η απώλεια του πλούτου, η κούραση και η γήρανση, ο αλκοολισμός, η αποτυχία της συζυγικής ζωής, η άνοδος του κινηματογράφου, η έλευση του φασισμού, του σταλινισμού, η απώλεια της επιτυχίας και του ταλέντου -εκεί ακριβώς όπου ο Φιτζέραλντ θα ξαναβρεί την ιδιοφυία του. «Τα μεγάλα ξαφνικά χτυπήματα που έρχονται, ή μοιάζουν να έρχονται, από τα έξω», και ενεργούν με πολυσήμαντες κοπές, και μας κάνουν να περνάμε, από τον έναν όρο στον άλλο, σε διαδοχικές δίπολες «επιλογές»: πλούσιος-φτωχός… Ακόμα και αν η αλλαγή γινόταν προς την αντίθετη κατεύθυνση, τίποτα δεν θα ερχόταν ν’ αντισταθμίσει τη σκλήρυνση, τη γήρανση που επικωδικώνει όλα όσα συμβαίνουν. Μια γραμμή άκαμπτης τμηματοποίησης η οποία κινητοποιεί μεγάλες μάζες, αν και αρχικά ήταν εύκαμπτη.

Αλλά ο Φιτζέραλντ λέει ότι υπάρχει ένας άλλος τύπος ραγισμάτων, που ακολουθούν μια εντελώς διαφορετική  τμηματοποίηση. Αυτή τη φορά δεν πρόκειται για μεγάλες κοπές, αλλά μικρο-ραγίσματα, όπως σ’ ένα πιάτο, πολύ πιο επιδέξια και πιο εύκαμπτα, και τα οποία πραγματοποιούνται μάλλον όταν τα πράγματα πηγαίνουν καλά στην άλλη πλευρά. Αν υπάρχει και σ’ αυτή τη γραμμή γήρανση, γίνεται με άλλο τρόπο: εδώ γερνάς μόνο όταν στην άλλη γραμμή δεν το αισθάνεσαι, και στην άλλη γραμμή δεν το αντιλαμβάνεσαι παρά μόνο όταν «αυτό» έχει ήδη συμβεί στην γραμμή εδώ. Σε μια τέτοια στιγμή, η οποία δεν αντιστοιχεί στις ηλικίες της άλλης γραμμής, έχεις φθάσει ένα στάδιο, μια αναλογία, μια εντατικότητα πέρα από την οποία δεν μπορείς να πας. (Είναι πολύ λεπτό το θέμα με τις εντατικότητες: η πιο ωραία εντατικότητα γίνεται βλαβερή όταν εκείνη τη στιγμή ξεπερνάει τις δυνάμεις σου, πρέπει να μπορείς ν’ αντέξεις, να είσαι σε θέση.) Αλλά, τι ακριβώς έγινε; Στην πραγματικότητα τίποτα το προσδιοριστικό ή το αντιληπτό· μοριακές μεταβολές και αναδιανομές της επιθυμίας από τις οποίες, όταν κάτι γίνεται, το εγώ που περίμενε είναι ήδη νεκρό ή αυτό που θα περίμενε δεν έχει ακόμα φθάσει. Αυτή τη φορά, ωθήσεις και τριξίματα στην ενύπαρξη ενός ριζώματος αντί για τις μεγάλες κινήσεις και κοπές που ορίζονται από την υπερβατικότητα ενός δένδρου. Το ράγισμα «γίνεται σχεδόν χωρίς να το καταλάβεις, αλλά το συνειδητοποιείς πραγματικά απότομα». Αυτή η περισσότερο εύκαμπτη μοριακή γραμμή, όχι λιγότερο ανησυχητική, πολύ πιο ανησυχητική, δεν είναι απλά εσωτερική ή προσωπική: κι εκείνη επίσης κινητοποιεί ένα σωρό πράγματα, αλλά σε άλλη κλίμακα και σε άλλες μορφές με διαφορετικής φύσης κατατμήσεις, ριζωματικές αντί για δενδρώδεις. Μια μικρο-πολιτική.

Και μετά υπάρχει μια τρίτη γραμμή, όπως μια γραμμή ρήξης, και η οποία σηματοδοτεί την έκρηξη των δύο προηγούμενων, την πρόσκρουσή τους… σε όφελος κάτι άλλου; «Αυτό με οδήγησε στην ιδέα ότι όσοι επέζησαν είχαν έρθει σε αληθινή ρήξη. Αυτή η λέξη είναι μεγάλη και δεν έχει να κάνει με την απόδραση, όταν συνήθως κάποιος κατευθύνεται σε νέα φυλακή ή θα υποχρεωθεί να επιστρέψει στην παλιά». Ο Φιτζέραλντ αντιτάσσει εδώ τη ρήξη στις ψευτο-κοπές που είναι δομικές για τις σημαίνουσες αλυσίδες. Αλλά δεν τη διαχωρίζει λιγότερο από τις σχέσεις ή τους πιο εύκαμπτους, πιο υπόγειους κορμούς, του τύπου «ταξίδι» ή ακόμα μοριακούς μετατοπισμούς. «Η περίφημη “Διαφυγή” ή “το «να φύγεις μακριά απ’ όλα” είναι μια εκδρομή στην παγίδα ακόμα κι αν η παγίδα περιλαμβάνει τις Θάλασσες του Νότου, οι οποίες είναι μόνο γι’ αυτούς που θέλουν να τις ζωγραφίσουν ή να τις διασχίσουν. Μια αληθινή ρήξη είναι κάτι από το οποίο δεν επανέρχεσαι, είναι ανεπανόρθωτη γιατί κάνει το παρελθόν να παύει να υπάρχει». Είναι δυνατό τα ταξίδια να είναι πάντα μια επιστροφή στην άκαμπτη τμηματοποίηση; Συναντάς πάντα τον μπαμπά και τη μαμά σου σ’ ένα ταξίδι, ακόμα και στις θάλασσες του Νότου, όπως ο Μελβίλ; Με σκληρούς μυς; Πρέπει να πιστέψουμε ότι η ίδια η εύκαμπτη τμηματοποίηση αναμορφώνει στο μικροσκόπιο, και ελαχιστοποιεί, τις μεγάλες μορφές από τις οποίες υποτίθεται ότι διέφευγε; Πάνω από κάθε ταξίδι βαραίνει η αξέχαστη φράση του Μπέκετ: «Δεν ταξιδεύουμε για την απόλαυση απ’ όσο ξέρω· είμαστε ανόητοι αλλά όχι σε τέτοιο βαθμό».

Στη ρήξη δεν έχει εξαφανιστεί μόνο η ύλη του παρελθόντος, δεν υπάρχει πια ούτε η μορφή του τι έχει συμβεί, ενός ανεπαίσθητου πράγματος που έγινε σε μια φευγαλέα ύλη. Εγώ ο ίδιος έχω γίνει ανεπαίσθητος και απόκρυφος σ’ ένα ακίνητο ταξίδι. Τίποτα πια δεν μπορεί να συμβεί ή να έχει συμβεί. Κανείς πια δεν μπορεί να κάνει κάτι για μένα ή ενάντια σ’ εμένα. Τα εδάφη μου δεν καταλαμβάνονται, όχι γιατί είναι φανταστικά, το αντίθετο: γιατί τα σχεδιάζω τώρα. Τελείωσαν οι μεγάλοι ή οι μικροί πόλεμοι. Τελείωσαν τα ταξίδια όπου σέρνεσαι πάντα πίσω από κάτι. Δεν έχω πια κανένα μυστικό γιατί έχω χάσει το πρόσωπο, τη μορφή και την ύλη. Δεν είμαι πια παρά μία γραμμή. Έχω γίνει ικανός ν’ αγαπήσω, όχι με μια παγκόσμια αφηρημένη
αγάπη, αλλά εκείνον που θα επιλέξω και θα με επιλέξει, στα τυφλά, το διπλό μου, που δεν έχει περισσότερο Εγώ από εμένα. Έχω σωθεί από αγάπη και για την αγάπη εγκαταλείποντας τόσο την αγάπη όσο και το εγώ. Δεν είμαι πια παρά μια αφηρημένη γραμμή, σαν ένα τόξο που διαχίζει το κενό. Απόλυτη απεδαφικοποίηση. Έχω γίνει όπως όλος ο κόσμος, αλλά με τον τρόπο με τον οποίο κανένας δεν μπορεί να γίνει όπως όλος ο κόσμος. Έχω ζωγραφίσει τον κόσμο πάνω μου και όχι εμένα πάνω στον κόσμο. Δεν πρέπει να λέγεται ότι η μεγαλοφυία είναι ένας ασυνήθιστος άνθρωπος, ούτε ότι όλος ο κόσμος έχει μεγαλοφυία. Μεγαλοφυία είναι εκείνος που ξέρει απ’ όλο-τον-κόσμο να κάνει ένα γίγνεσθαι (ίσως ο Οδυσσέας, η αποτυχημένη φιλοδοξία του Τζόις, η μισο-επιτυχημένη του Πάουντ). Έχω εισέλθει στα γίγνεσθαι-ζώα, στα γίγνεσθαι-μοριακά, τέλος στα γίγνεσθαι-ανεπαίσθητα. «Ήμουν οριστικά στην άλλη μεριά του οδοφράγματος. Η φρικτή αίσθηση του ενθουσιασμού συνεχιζόταν.*  (…) Θα προσπαθήσω όσο γίνεται να είμαι ένα σωστό ζώο, και αν μου ρίξετε ένα κόκκαλο με αρκετό κρέας ίσως σας γλείψω το χέρι». Γιατί αυτός ο απελπισμένος τόνος; Η γραμμή της ρήξης ή της πραγματικής διαφυγής δεν έχει τον δικό της κίνδυνο, χειρότερο απ’ όλους τους άλλους; Είναι ώρα να πεθάνω. Πάντως ο Φιτζέραλντ μας προτείνει τη διάκριση των τριών γραμμών που μας διασχίζουν και συνθέτουν «μια ζωή» (τίτλος τύπου Μωπασάν). Γραμμή κοπής, γραμμή ραγίσματος, γραμμή ρήξης. Η γραμμή της άκαμπτης τμηματοποίησης ή της γραμμομοριακής κοπής, η γραμμή της εύκαμπτης κατάτμησης ή του μοριακού ραγίσματος, η γραμμή της διαφυγής ή της ρήξης, αφηρημένη, θανάσιμη και ζωντανή, μη τμηματική.

* Μετάφραση από το κείμενο των Ντελέζ και Γκουατταρί. Το κείμενο του Φιτζέραλντ είναι: «I was off the dispensing end of the relief roll forever. The heady villainous feeling continued.»
Μετάφραση : Δήμητρα Ιωάννου / Οι περισσότεροι όροι αποδόθηκαν σύμφωνα με τη μετάφραση του έργου «Καπιταλισμός και σχιζοφρένεια. Ο Αντι-Οιδίπους» από την Καίτη Χατζηδήμου και την Ιουλιέττα Ράλλη (εκδόσεις Ράππα).

ΤΙΠΟΤΑ ΠΙΑ ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΣΥΜΒΕΙ

της Δήμητρας Ιωάννου

ρήξη

MOLECULAR

της Ειρήνης Καραγιαννοπούλου . by Irini Karayannopoulou

λέξη σύνδεσμος: μοριακές

word-link:  molecular

AF0278

του Γιάννη Δρακουλίδη / by Yannis Drakoulidis

λέξη-σύνδεσμος: κόσμος

word-link: world

TIME

της Ειρήνης Καραγιαννοπούλου / by Irini Karayannopoulou

TIME

λέξη-σύνδεσμος: ώρα

word-link: time

‘UNTITLED’ FROM THE SERIES ‘ECHOES’

by ma_kapoka@yahoo.it

word-link: blows / λέξη-σύνδεσμος:  χτυπήματα

RUPTURE

Nance Davies

λέξη-σύνδεσμος: ρήξη  / word-link: rupture


Sometimes my work is CYCLIC, CONTINGENT, FLUID, MUTABLE, EMERGENT, CONTINGUOUS, FUSING, VISIBLE, CONSCIOUS, CO-CONSPIRING, PRACTICING, TACTILE, MEDIATING, SIMULTANEOUS, WAITING, WRAPPING, WITNESS, RE-COMBINANT HYBRID. TRANSECTING, PLAYING. LOOSENING, RECURRING, EPHEMERAL, FUNNY, MINDING, FIRING, SYNAPTICALLY CONSCRIPTED, SITED, TRANSIENT (as in FLOWING or BREATHING), TRANSPARENT, DENSE, MURMURING, SATURATED, FOCUSED, AMBIGUOUS, often URGENTLY, MERCIFULLY, LISTENING, can be CONTRADICTORY, LURCHING, FLYING, OSCILLATING, SENSING, REVERBERATING, INDETERMINATE, FULL OF DOUBT, SWARMING, BECOMING and UN-BECOMING, MAPPING, FOLDING, CLUSTERING, PARADOXICAL, FLUCTUATING, TOUCHING, CURIOUS, UBI(QUIT)OUS, EXHAUSTED, longing for POETICS, JUS(X)TA-POSING, TRANSPOSING as in ex-STATIC…