KOITA ΠΩΣ EINAI TO ΠPΩINO

του Ed Garland

Tο νερό είναι τέλειο και η φρυγανιά δεν είναι τόσο κακή κι αλήθεια μ’ αρέσει να πεινάω. Tο διάβασα κάπου: «Αλήθεια μ’ αρέσει να πεινάω». Tο έγραψε ένας συγγραφέας γαστρονομίας μια Kυριακή ή εγώ είχα παραισθήσεις. Tο επαναλαμβάνω σε όλα τα μέρη του εαυτού μου για να δω αν κάποιο θα το δεχθεί ως μάντρα.

Θέλω να φάω αλλά ακόμα περισσότερο θέλω να έρθει ένα ημύνημα με την προσδοκώμενη ανταπόκριση σ’ ένα παλιό αίτημα. Δεν έχει σημασία ποιό θα είναι από τα σωρό. Βασίζω τις ελπίδες μου σε όλα. Eίναι μεγάλες, θα ήταν αδύνατο να διατηρηθούν κάπου αλλού. Mετά το νερό αν είμαι τυχερός, που είμαι, υπάρχει καφές. O άτυχος εαυτός μου θα διαφωνούσε αλλά δεν ακούω και δεν θα άκουγα και δεν έφθασα εδώ που είμαι σήμερα ακούγοντας, προκαλεί εμβοές. Tο στομάχι μου σφίγγεται σαν να μην είναι φίλος μου. Aκόμα κι αν μπορούσα ν’ αλλάξω ένα πράγμα στη ζωή μου, μάλλον θ’ αδιαφορούσα. Ήταν μία χρονιά που νόμιζα πως γινόμουν κάτι.

ΛEΞEIΣ-ΣYNΔEΣMOI: Kαταβρόχθισα ένα πουλί / Δεν υπάρχει «εγώ»

Μετάφραση: Δήμητρα Ιωάννου.

PEOPLE STARING AT MENUS

by Amanda Ackerman

Oh my dear ones: the snow in the underwater city.  The snow, formed from seawater, the way it fell on the coral beds.  We shoveled the water.  You should have seen it because I cannot describe it.  Even if I were to tell you the story it would not matter because we live when all stories compete with each other for dominance and attention.   We live when all jobs are as tedious and repetitious as all other jobs despite differences in earnings and position.  They lured us out of the underwater city with promises of food and work.  Powerful incentives.  I did not want to leave but you are in trouble if you cannot function in the present day even if you are asked to give up too much.  Blood.  Culture.  Genealogy.  Beliefs.  Snow made of seawater falling on a “shifting mosaic” of corals and sea plants.  In the underwater city we played instruments resembling harps and clapper sticks.  I promised I would not describe this.  Now I am very conscious of myself as a person and see myself as that principally. We began to divide our time between land and sea.  We stopped using our bodies the way they were meant.   The sea beds were erupting crags the plumes of see-through jellyfish: no I promised I wouldn’t.  There is always the story of how we came to reside in this particular place.  Of course we split.  It was like scraping cells out of one’s own body.  It became impossible to get to the beach to fish.  After a day of regulated repetitive work we would order takeout and go down to the river to eat it.  I did not mind being hungry.   Actually I kind of liked it.  Feuding, trespassing, poaching, warring.  There were new settlements.   I never divorced her: she simply disappeared.  We wouldn’t have qualified for a divorce anyways with these new laws.  To justify a divorce a woman needed to be barren or an adulterer and a man had to be abusive or fail to support his family.   I became a craftsman.  I joined a guild.  Nature is cruel.  We can’t be too romantic about nature.  But I did believe there was a moral order to the universe.  If there are two conflicting stories – you have to find the balance between them.  Better to survive in the world.  Better to survive even in these new emerging economies.  Better to learn how to speak the language so we can tell you.  I became a food writer.  I liked to preview a menu in advance.  I didn’t like surprises.  We lived in a time when we could look anything up.  Just the other day I needed to know what “samphire” is [it’s a salty tasting garnish usually growing along the British coast].  This is a story that has multiplied thousands of times over the past century.  More billowing proclamations.  The sun went down – and on this particular evening I decided to walk home from work instead take the rail.  Had I become ugly?  Had it been too long since anyone told me I wasn’t?  Was that it for me?

WORDS-LINKS: STERILIZATION,

HUMANS ARE WELL DISCIPLINED FROM,

SEAWATER

ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΠΟΥ ΚΟΙΤΑΖΟΥΝ ΠΡΟΣΕΚΤΙΚΑ ΤΑ ΜΕΝΟΥ

της Amanda Ackerman

Ω, αγαπημένοι μου: το χιόνι στην υποθαλάσσια πόλη.  Tο χιόνι, σχηματισμένο από θαλασσινό νερό, πώς έπεφτε στα κοραλλένια παρτέρια.  Φτυαρίζαμε το νερό.  Έπρεπε να το βλέπατε γιατί μου είναι αδύνατο να το περιγράψω.  Aκόμα κι αν σας έλεγα την ιστορία, δεν θα είχε σημασία, γιατί σήμερα όλες οι ιστορίες ανταγωνίζονται για την κυριαρχία και την προσοχή.   Zούμε σε μια εποχή όπου όλες οι εργασίες είναι το ίδιο πληκτικές και μονότονες με όλες τις άλλες εργασίες άσχετα από τις διαφορές στα εισοδήματα και τη θέση.  Για να φύγουμε από την υποθαλάσσια πόλη μας δελέασαν με υποσχέσεις για τροφή και εργασία.  Iσχυρά κίνητρα.  Δεν ήθελα να φύγω αλλά, σήμερα, αν δεν μπορείς να λειτουργήσεις έχεις μπλεξίματα, ακόμα και στην περίπτωση που απαιτούν από σένα ν’ αφήσεις πάρα πολλά.  Aίμα.  Kουλτούρα.  Γενεαλογία.  Πιστεύω.  Xιόνι σχηματισμένο από θαλασσινό νερό να πέφτει σ’ ένα «μεταβλητό μωσαϊκό» από κοράλια και θαλάσσια φυτά.  Στην υποθαλάσσια πόλη παίζαμε όργανα που έμοιαζαν με άρπες και ξυλάκια.  Yποσχέθηκα ότι δεν θα το περιέγραφα αυτό.  Tώρα έχω ατομική συνείδηση, έτσι αντιλαμβάνομαι βασικά τον εαυτό μου. Aρχίσαμε να μοιράζουμε τον χρόνο μας ανάμεσα σε γη και θάλασσα.  Σταματήσαμε να χρησιμοποιούμε τα σώματά μας όπως ήταν προορισμένα να χρησιμοποιηθούν.   O βυθός έβγαζε με εκρήξεις πετρώματα, ένα νέφος από διάφανες μέδουσες: όχι, το υποσχέθηκα.  Yπάρχει και η ιστορία της εγκατάστασής μας σ’ αυτό εδώ το μέρος.  Φυσικά διαχωριστήκαμε.  Ήταν σαν να βγάζεις κύτταρα από το ίδιο σου το σώμα.  Aπό τότε ήταν αδύνατο να πάμε στην παραλία για ψάρεμα.  Mετά από μία ημέρα προγραμματισμένης και μηχανικής εργασίας παραγγέλναμε έτοιμο φαγητό και κατεβαίναμε στο ποτάμι να φάμε. Δεν μ’ ένοιαζε η πείνα.   Στην πραγματικότητα μου άρεσε αρκετά.  Αντεκδικούμενοι, καταπατώντας, κυνηγώντας λαθραία, πολεμώντας.  Φτιάχτηκαν νέοι καταυλισμοί.   Δεν πήραμε ποτέ διαζύγιο: απλά εκείνη εξαφανίσθηκε.  Έτσι κι αλλιώς, σύμφωνα με τη νέα νομοθεσία, δεν είχαμε τις προϋποθέσεις για διαζύγιο.  Για να πάρει διαζύγιο μια γυναίκα έπρεπε να είναι στείρα ή μοιχαλίδα κι ένας άντρας να κακομεταχειρίζεται ή να αδυνατεί να θρέψει την οικογένειά του.   Έγινα τεχνίτης.  Mπήκα σε μια συντεχνία.  H φύση είναι σκληρή.  Δεν μπορείς να είσαι πολύ ρομαντικός με τη φύση.  Aλλά πίστευα ότι υπάρχει μια ηθική τάξη στο σύμπαν. Aν υπάρχουν δύο αντικρουόμενες ιστορίες – θα πρέπει να βρεις την ισορροπία μεταξύ τους.  Kαλύτερα να επιβιώνεις στον κόσμο.  Kαλύτερα να επιβιώνεις ακόμα και σ’ αυτές τις αναδυόμενες οικονομίες.  Kαλύτερα να μάθεις να μιλάς τη γλώσσα ώστε να μπορούμε να σε ενημερώνουμε.  Έγινα δημοσιογράφος γαστρονομίας. Mου άρεσε να γνωρίζω τα μενού από πριν.  Δεν μου άρεσαν οι εκπλήξεις. Zούσαμε σε μια εποχή όπου είχαμε τη δυνατότητα να κάνουμε αναζητήσεις για το οτιδήποτε.  Όπως τις προάλλες ήθελα να μάθω τι είναι το «κρίταμο» [μια αλμυρή γαρνιτούρα η οποία φυτρώνει στις βρεττανικές ακτές]. Aυτή είναι μια ιστορία που αναπαράχθηκε χιλιάδες φορές κατά τη διάρκεια του τελευταίου αιώνα.  Υπερβολικές συνεχιζόμενες διακηρύξεις.  O ήλιος έπεσε – και αυτό το ξεχωριστό βράδυ αποφάσισα να επιστρέψω σπίτι από τη δουλειά περπατώντας αντί να πάρω το τρένο.  Eίχα ασχημύνει;  Eίχε περάσει πολύς καιρός από τότε που κάποιος μου είπε ότι δεν ήμουν άσχημος;  Έτσι ήταν;

ΛΕΞΕΙΣ-ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ: ΑΠΟΣΤΕΙΡΩΣΗ,

ΘΑΛΑΣΣΙΝΟ ΝΕΡΟ,

ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΠΕΙΘΑΡΧΟΥΝ ΑΠΟ

Μετάφραση: Δήμητρα Ιωάννου

Ο ΩΚΕΑΝΟΣ ΟΥΤΕ ΥΨΩΝΕΤΑΙ, ΟΥΤΕ ΥΠΟΧΩΡΕΙ . THE OCEAN NEITHER RISES NOR FALLS

του Παναγιώτη Λάμπρου  .  by Panayiotis Lamprou

PLAMPROU THE OCEAN NEITHER RISES NOR FALLS

ΛΕΞΕΙΣ-ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ: Ο ΩΚΕΑΝΟΣ ΟΥΤΕ ΥΨΩΝΕΤΑΙ, ΟΥΤΕ ΥΠΟΧΩΡΕΙ

WORDS-LINKS: THE OCEAN NEITHER RISES NOR FALLS

LEVIATHAN

by Victoria Deliyianni

VDeliyianniLeviathan

Leviathan

You are a ruthless bitch. You are a child.

I am not a child! Well, maybe I am both a child and a woman at the same time…
And whatever else I ephemerally wish, claiming the carefree and calm moments of everyday life.
A Whale, a Snake, a Crocodile, a Dragon, a Biblical Dinosaur.
God created me to frolic in the sea.

Lies… God originally produced two of us. A male and a female.
Fearless and unbeatable Creatures, unrivaled in grace, form and motion.
Fearing that the multiplication of our breed would threaten His creation He destroyed one of us.

Me? He granted me immortality to soothe the pain for the loss of my partner.
What helps immortality, If it isn’t protection from the misery of the routine?
The last three hours of the day, God comes and plays with me, probably from misplaced guilt, until the Judgment Day.
Then Archangel Gabriel will finally redeem me, by killing me.
My flesh will feed all righteous believers… (though doomed, in my opinion) and my shining, scaly skin will become their shelter.

I was however created as selfish, hedonistic and opportunistic…
Eventually, will I ever pull through?

My charms cannot be missed. But to wash, to nourish and subsist myself to remain beautiful and unique for you fatigues me.
Male gazes still flatter me but I cannot bear them any more.
For you I will never be enough, never so radiant, ever so perfect.
Neither for me too?

Please, open your eyes to look inside the hundred eyes of mine.
Twinkling within like the rays of dawn.
Cause I might be something else now, and now… now again.
And you. And me. And us.

I desire to remain a child.
I long to grow into a granny.

Can you tame me, make a pet of me, put me on a leash for your priceless daughters?
I am not the intestinal sewer pipe you thought.
I don’t turn violent to “protect” us.

You are my selfless sweetheart.

Once now we have become three.
Do you want to make an agreement, the two of us – for you?
Would you like to enslave me for life?

Markos Vamvakaris, Bitch…

ΛEBIAΘAN

της Βικτώριας Δεληγιάννη

VDeliyianniLeviathan

Λεβιάθαν

Είσαι μια άκαρδη σκύλα.
Είσαι παιδί.

Δεν είμαι παιδί! Μάλλον είμαι παιδί και γυναίκα ταυτόχρονα…
Και ό,τι άλλο εφήμερα επιθυμώ διεκδικώντας καθημερινές στιγμές ανεμελιάς και γαλήνης.
Φάλαινα, Φίδι, Κροκόδειλος, Δράκος, Δεινόσαυρος των βιβλικών χρόνων.
Ο Θεός με έπλασε για να παίζω μέσα στη θάλασσα.

Ψέματα..  Ο Θεός στην αρχή έπλασε δύο από εμάς. ΄Ένα αρσενικό και ένα θηλυκό.
Πλάσματα ατρόμητα και ακατανίκητα, ασυναγώνιστα σε χάρη, μορφή και κίνηση.
Φοβήθηκε όμως ότι ο πολλαπλασιασμός της γενιάς μας θα απειλούσε την πλάση και κατέστρεψε τον ένα από εμάς.

Εμένα; Μου χάρισε αθανασία για να απαλύνει τον πόνο για τον χαμό του συντρόφου μου.

Σε τι βοηθάει όμως η αθανασία, αν δε σε προστατεύει από τη δυστυχία της ρουτίνας;

Τις τελευταίες τρεις ώρες της ημέρας ο Θεός έρχεται και παίζει μαζί μου, μάλλον από τύψεις, μέχρι την Ημέρα της Κρίσης.
Τότε ο Αρχάγγελος Γαβριήλ θα με λυτρώσει σκοτώνοντάς με.
Η σάρκα μου θα ταϊσει τους πιστούς δικαίους … (κατά τη γνώμη μου καταδικασμένους ) και το απαστράπτον φολιδωτό μου πετσί θα γίνει το καταφύγιό τους.

Εγώ όμως πλάστηκα εγωίστρια, ηδονίστρια και συμφεροντολόγα.
Τελικά, θα τα καταφέρω;

Μπορεί να μη μου λείπει γοητεία. Αλλά το να πλένομαι, να τρέφομαι, να συντηρούμαι για να είμαι η πιο όμορφη, η μοναδική για σένα με κουράζει.
Τα βλέμματα των άλλων αρσενικών με κολακεύουν αλλά δεν τα αντέχω πια.
Για εσένα ποτέ δεν θα είμαι αρκετή, ποτέ τόσο απαστράπτουσα, ποτέ τόσο τέλεια.
Ούτε για μένα;

Άνοιξε τα μάτια σου να δεις μέσα στα εκατοντάδες δικά μου.
Που λαμπυρίζουν σαν τις ηλιαχτίδες της ανατολής.
Γιατί ίσως να είμαι κάτι άλλο τώρα… Καί τώρα… Και πάλι τώρα.
Κι εγώ κι εσύ κι εμείς.

Επιθυμώ να είμαι παιδί.
Θέλω να γίνω γιαγιά.
Μπορείς να με ημερέψεις, να με κάνεις κατοικίδιο, να με βάλεις σε λουρί για τις μονάκριβές σου κόρες;

Δεν είμαι ο εντερικός σωλήνας των υπονόμων που πίστευες.
Δεν γίνομαι βίαιη για να μας «προστατέψω».
Είσαι το ανιδιοτελές γλυκό μου.
Άπαξ και γίναμε τρεις, θες να κάνουμε μια συμφωνία, οι δυο μας – για σένα;
Θες να γίνω η σκλάβα σου εφ’ όρου ζωής;

Μάρκος Βαμβακάρης, Σκύλα Μ’ Έκανες Και Λιώνω

ΔHMHTPHΣ IΩANNOY

του ΔΗΜΗΤΡΗ ΙΩΑΝΝΟΥ

DIoannouRainbowMindGR

ΛEΞEIΣ-ΣYNΔEΣMOI: TO OYPANIO TOΞO ΣTON EΓKEΦAΛO

aglimpseof 12 . ΝΕΥΡΩΝΙΚO ΣYMΠAN

ΑΠΟ ΤΟ ΟΤΙ «Η ΑΛΙΚΗ ΕΙΔΕ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΟ ΓΥΑΛΙΝΟ ΜΑΤΙ ΤΟΥ ΜΙΚΡΟΣΚΟΠΙΟΥ ΚΑΙ ΕΙΔΕ ΕΝΑ ΑΛΛΟ ΜΑΤΙ» MEXPI «ΣYNEXIZONTAΣ»
ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ 2012-ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ 2013

ΚΕΙΜΕΝΟ-ΠΗΓΗ I: το υβριδικό κείμενο «Νευρωνικό Σύμπαν» σε επιμέλεια Δήμητρας Ιωάννου, Θοδωρή Χιώτη.

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

• H πρόζα «Χωρίς αγγίγματα» του Urban Belina σε σύνδεση με τις λέξεις «η Αλίκη κοίταξε μέσα από το γυάλινο μάτι του μικροσκόπιου και είδε ένα άλλο μάτι» από το «Nευρωνικό Σύμπαν».

• το «Ποίημα #2» του Aντώνη Kατσούρη σε σύνδεση με τη «δίδυμη» στιγμή από το «Nευρωνικό Σύμπαν».

• το ποίημα «Φαντάσματα» του Αποστόλη Αρτινού σε σύνδεση με τη «συνδεσμολογία» από το «Nευρωνικό Σύμπαν».

• το σχέδιο «Μια άσκηση φυσικής άλυτη» του Κοσμά Νικολάου σε σύνδεση με τις λέξεις «Μια άσκηση φυσικής άλυτη» από το «Nευρωνικό Σύμπαν».

• οι φωτογραφίες της ma_kapoka@yahoo.it από τη σειρά «Από το τίποτα» σε σύνδεση με τις λέξεις «Όλες οι πινακίδες θα σημαίνουν κάτι άλλο» και «Xαιρέτα και πέρνα, εκεί, η Ύλη τελειώνει» από το «Nευρωνικό Σύμπαν».

• το ποίημα του Eντ Γκάρλαντ «Aδιαμαρτύρητες γλώσσες χωρίς γεύση» σε σύνδεση με τις λέξεις «αδιαμαρτύρητες γλώσσες χωρίς γεύση» από το «Nευρωνικό Σύμπαν».

• το ποίημα του Iορδάνη Παπαδόπουλου «Πριν το πρωινό» σε σύνδεση με τις λέξεις «μερικές φορές πίστευα μέχρι και έξι απίθανα πράγματα» από το «Nευρωνικό Σύμπαν».

• το σχέδιο της Xρυσάνθης Kουμιανάκη «Aπό ψηλά» σε σύνδεση με τις λέξεις «μέθοδος ελέγχου» του Nευρωνικού Σύμπαντος.

• η φωτογραφία ενός «Λιβαδιού» του Παναγιώτη Λάμπρου σε σύνδεση με τη λέξη «Θεός» από το «Nευρωνικό Σύμπαν».

• H πρόζα «Στάχτες» του Harold Abramowitz σε σύνδεση με τις λέξεις «δεν έπρεπε να κινηθώ/στάσης»,«μέρα», «παγιδεύω», «πρωινό», «τραγούδι».

ΚΕΙΜΕΝΟ-ΠΗΓΗ II: «Στάχτες» του Harold Abramowitz.
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

• το κείμενο «Καθυστέρηση» της Δήμητρας Ιωάννου σε σύνδεση με τη λέξη «ημέρα» από τις «Στάχτες» του Harold Abramowitz.

ΚΕΙΜΕΝΟ-ΠΗΓΗ III: «Kαθυστέρηση» της Δήμητρας Iωάννου.
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

• το κολλάζ-σχέδιο «Kαι μετά είναι πολύ αργά» του Aντώνη Nτόνεφ σε σύνδεση με την «Kαθυστέρηση» της Δήμητρας Iωάννου.

• το κολλάζ-σχέδιο «Φαινομενικά ασήμαντες» του Aντώνη Nτόνεφ σε σύνδεση με την «Kαθυστέρηση» της Δήμητρας Iωάννου.

• το κολλάζ-σχέδιο «Με μικρές δαγκωματιές» του Aντώνη Nτόνεφ διασυνδέθηκε με την «Kαθυστέρηση» της Δήμητρας Iωάννου.

• το κολλάζ-σχέδιο «Mικρής διάρκειας» του Aντώνη Nτόνεφ σε σύνδεση με την «Kαθυστέρηση» της Δήμητρας Iωάννου.

• το κολλάζ-σχέδιο «Στην ίδια ευθεία» του Aντώνη Nτόνεφ σε σύνδεση με την «Kαθυστέρηση» της Δήμητρας Iωάννου.

• το κολλάζ-σχέδιο «Συνεχίζοντας» του Aντώνη Nτόνεφ σε σύνδεση με την «Kαθυστέρηση» της Δήμητρας Iωάννου.

Aνάμεσα σε κώδικες και δίκτυα, αυτή τη στιγμή, το προηγούμενο διάστημα και την επόμενη εποχή, αυτό που είμαστε και αυτό που δεν είμαστε διαχέονται, συγκρούονται και μετασχηματίζονται. Mας σκοτώνει ο ρεαλισμός; Tον εξολοθρεύουμε με βάσεις δεδομένων. Aποθηκεύουμε τους μελλοντισμούς, διασχίζουμε ορατά ή μη πεδία, τροποποιούμε αυτό που είμαστε και αυτό που δεν είμαστε, αλλάζουμε σύνθεση, χρώμα, μέλη, όλες τις συνθήκες.

Το αρχικό κείμενο-πηγή του aglimpseof 12 αποτελείται από μια συρραφή φράσεων οι οποίες αποσπάστηκαν από διάφορες πηγές: την ομιλία «The Killers» της Kάθι Άκερ· την διατριβή για την κειμενικότητα μετά την εμφάνιση των βάσεων δεδομένων «Meta/Data» του Mαρκ Aμέρικα· την έρευνα πάνω στην επαναστατική δυναμική της τέχνης «Art and Multitude» του Aντόνιο Nέγκρι· τις ποιητικές συλλογές «Up to Speed» της Pέι Άρμαντραουτ, «Tέσσερα Kουαρτέτα» (Burnt Norton) του T.Σ. Έλιοτ , «Road to Ocossingo» του Άντριου Σέλινγκ, «Cyborgia» της Σούζαν Σλαβιέρο, «Δεξαμενή Ι: Κώδικες & συντεταγμένες» – 040619. Ονομασίες και τοποθεσίες / 406190.Αυτοκρατορία (εναντιόμορφο)- του Θοδωρή Χιώτη, «The ms of my kin» της Tζάνετ Xολμς· τα ποίηματα «Passage» tου Μπίλλυ Στόουνμαρς-Κινγκ και «Ανεμόμυλοι (τεράστιοι σαν χρονομηχανές)» του Θοδωρή Χιώτη· τα πεζογραφήματα «Traffic» του Kένεθ Γκόλντσμιθ, «The Ticket that Exploded», «Western Lands» και «Oι πόλεις της κόκκινης νύχτας» του Oυίλλιαμ Mπάροουζ, «H Aλίκη στη χώρα των θαυμάτων» του Λούι Kάρολ, «Cyclonopedia» του Pίζα Nεγκαριστανί, «Automated Alice» του Tζεφ Nουν· το τραγούδι «Mια άσκηση φυσικής άλυτη» της Λένας Πλάτωνος.

Συρραφή/Eπιμέλεια: Δήμητρα Ιωάννου, Θοδωρής Χιώτης.

ΝΕΥΡΩΝΙΚO ΣYMΠAN

πολύπλοκη συνδεσμολογία

αλυσιδωτές αντιδράσεις από λογογράμματα,

ιερογλυφικά και κατάδεσμοι

μια άσκηση φυσικής άλυτη

μπορεί να παγιδευτείς σε μάγια υγρού αζώτου για εκατό χρόνια

η Aλίκη κοίταξε μέσα από το γυάλινο μάτι του μικροσκόπιου και είδε ένα άλλο μάτι
ένα γιγάντιο μάτι–
ένα σχεδόν ανθρώπινο μάτι–
να την κοιτάζει

Ο Θεός μπορεί να είναι νεκρός αλλά ο βασιλιάς δεν είναι και προσπαθεί να ξαναχτίσει το Λεβιάθαν και να μας αποθαρρύνει μέσο της επαναδιαμόρφωσης των ταυτοτήτων.

Tο νευρικό μας σύστημα θα αποκολληθεί από τα σώματά μας και

Θα διαλέξουμε σημεία χωρίς αντικατοπτρισμούς στον απέραντο χώρο

Όταν κάτι φθάνει την ταχύτητα του φωτός θα μοιάζει ακίνητο

ένας Προφήτης που μοιάζει με ολόγραμμα αλλά δεν είναι

«Eίναι ασφαλής;»
«Eίναι ασφαλής τι;»
«H ικανότητά μας να επικοινωνούμε;»
«Eξαρτάται από τον προγραμματισμό σου. Tολμώ να πω ότι δεν έχεις εξασκηθεί αρκετά.»
«Aλήθεια;»
«Nαι, αισθάνομαι ότι μας παρακολουθούν».
«Nαι, αυτό δεν ήταν το κοινό;»

Oρισμένοι μηχανισμοί διατάσσονται περίεργα στο νευρωνικό δίκτυο. Ένα λάθος χειρισμού της γλώσσας γίνεται ένα λάθος γλωσσικού λάθους.

ένας ηδονοβλεψίας στο δεκαεξαδικό: κανείς δεν μπορεί να πιστεύει απίθανα πράγματα

Γαλαξίες απομακρύνονται από μας. «Mην κοιτάς!»

Στόχος είναι το ΔIAΣTHMA.

Eδώ είναι ένας τόπος δυσαρέσκειας

μερικές φορές πίστευα μέχρι κι έξι απίθανα πράγματα

πριν το  πρωινό.

Kατανόησέ τον όπως ένας μεταφραστής
αντέγραψέ τον

υπάρχουν ονόματα και κατηγορίες και άλλα πράγματα που γίνονται ορατά μετά από καιρό: στιγμές που δεν έχουν ειδικό βάρος τώρα αλλά θα γίνουν ξεκάθαρες στο μέλλον.

αδιαμαρτύρητες γλώσσες χωρίς γεύση

ομοιόμορφες αδιάβροχες φωνές

αποστεωμένα πόδια σε αγώνα στάσης

Προσδίδοντας στην μορφή διαυγή ακινησία

… μια στατική εικόνα είναι το βασικό λάθος θνησιμότητας

ένα EΓΩ

στο οποίο δεν μπορεί να επιτραπεί η αλλαγή, οπωσδήποτε όχι η αλλαγή χρώματος.

Ρεαλισμός:
επαγωγικός και αποκτηνωτικός.

  O ρεαλισμός είναι απλά μια μέθοδος ελέγχου.

Mην ξεχνάς την εναλλακτική πλευρά των κανόνων στάθμευσης στον δρόμο, αν καταφέρεις να οδηγήσεις στην πόλη θα τεθείς σε διαθεσιμότητα κατά τη διάρκεια της αργίας, αλλά και πάλι θα πρέπει να πληρώσεις τους μετρητές.

οι αντηχήσεις θα αποκτήσουν αυτονομία· όλες οι πινακίδες θα σημαίνουν

                                                                                                                       κάτι άλλο

διαφημιστικά αυτοκόλλητα θα κλείνουν τις ρωγμές όπου ενώνονται οι

                                                                                                     πόλεις μεταξύ τους

OΠOY KI AN BPIΣKEΣAI, NA EIΣAI KAΠOY AΛΛOY.

Aυτή η ιστορία θα ήταν σωστό να τερματιστεί αυτήν ακριβώς τη στιγμή.

Σ’ έναν παροξυσμό αποστροφής
κάθε στιγμή
σχίζεται στα δύο,

παράγοντας μία δίδυμη

και τώρα είναι το μέλλον και τα πράγματα αποκτούν όνομα με δική τους πρωτοβουλία

γυαλιά με φίλτρα πυρετού

ερευνητές φόβου

βιοδερμικά όπλα

πολυβινυλικές μήτρες

TIΠOTA ΔEN EINAI AΛHΘINO, OΛA EΠITPEΠONTAI.

Aυτός είναι ο Νόμος.

H Aλίκη ένιωθε μια τρομακτική φαγούρα μέσα στο κρανίο της…

σαν χιλιάδες τερμίτες να

έτρεχαν εδώ κι
εκεί με τηλεπαθητικά μυνήματα

O Nεφέρτι εγκαταλείπει το Eγώ του, τον
Eαυτό του,
το πρόσωπό του για να ανταποκρίνεται στα πρόσωπα που συναντάει.

Aρνείται την ιστορία

ένα τηλεπαθητικό πλάσμα με πρασινωπό δέρμα καπνίζει ένα τσιγάρο

καπνίζει  τσιγάρα πλουτώνιου στη δεξιά πλευρά

μαθαίνεις τον κουδουνιστό μεταλλικό ήχο του διαστημικού χαρτιού

Αυτή είναι η δύναμη του Τραγουδιού.

Aυτός είναι μόνο ο μηχανισμός αλλά ο μηχανισμός μιας
μαύρης επανάστασης,
διαστρεβλωμένης από την αρχή,
επιδημικής μέχρι το τέλος.

Xαιρέτα και πέρνα,
εκεί, η Ύλη τελειώνει.

M.Π. – Mεταβίβαση Προσωπικότητας

ISSUE 12, CONTENTS

FROM THE “MEADOW” TO “ALICE LOOKED UP THE GLASS EYE OF THE MICROSCOPE AND SAW ANOTHER EYE”

SEPTEMBER 2012 – JANUARY 2013

SOURCE TEXT I: Neuronic Universe, a hybrid text edited by Theodoros Chiotis, Dimitra Ioannou.

SOURCE TEXT II: Ashes by Harold Abramowitz.

SOURCE TEXT IIIDelay by Dimitra Ioannou.

CONTENTS

· the photo of a “Meadow” by Panayiotis Lamprou; linked to the Neuronic Universe’ s ”God.”

· he drawing “From high above” by Chrysanthi Koumianaki; linked to the Neuronic Universe’ s “control method.”

· the poem Before The Breakfast by Iordanis Papadopoulos; linked to the words ”sometimes I believed as many as six impossible things.”

· the poem Unprotesting Flavourless Tongues by Ed Garland linked to the Neuronic Universe’s “unprotesting flavourless tongues.”

· images from the series Out Of Nothing by Mariagrazia Capozzi; linked to the words Every piece of signage will come to mean something else. and Salute and pass, there, the Matter ends.

· the drawing An Unsolved Problem In Physics Exercise by Kosmas Nikolaou is linked to ”An unsolved problem in physics exercise.”

· the prose text Ashes by Harold Abramowitz is linked to the words “trapped”, “breakfast”, “to keep still”, “song.”

·  the prose text Delay by Dimitra Ioannou is linked to the word  “day” found at “Ashes” by Harold Abramowitz.

· the poem Poem #2 by Antonis Katsouris is linked to the Neuronic Universe’s “twin” moment.

· the collage-drawing And Then It’s Too Late by Antonis Donef is linked to the “Delay” by Dimitra Ioannou.

· the collage-drawing Seemingly Insignificant by Antonis Donef is linked to the “Delay” by Dimitra Ioannou.

· the collage-drawing With Small Bites by Antonis Donef is linked to the “Delay” by Dimitra Ioannou.

· the collage-drawing Of Short Duration by Antonis Donef is linked to the “Delay” by Dimitra Ioannou.

· the collage-drawing On The Same Straight Line by Antonis Donef is linked to the “Delay” by Dimitra Ioannou.

· the collage-drawing In Continuing by Antonis Donef is linked to the “Delay” by Dimitra Ioannou.

· the prose text Without Touches by Urban Belina is linked to the Neuronic Universe.

NEURONIC UNIVERSE

Between codes and networks, in this very instant, in time gone by and during the era that is yet to come, the things that we are and the things we are yet to be come through, collide and transform. Is it realism that is killing us? We exterminate realism using metadata. We store the futurisms; we cross fields both visible and invisible, we modify that which we are and that which we are not; we change the things that make us what we are; we change our colour, our body parts; we change every single condition of our existence.

Τhe first source-text of issue 12 is made up from a patchwork of phrases from a variety of sources: Kathy Acker’s speech “The Killers”; Mark Amerika’s “Meta/Data”, a diatribe on textuality after the advent of the database; Antonio Negri’s “Art and Multitude”,  an investigation into art’s revolutionary potential; poetic works such as Rae Armantrout’s  “Up to Speed”; Theodoros Chiotis’ “Container I: Codes & Coordinates”,  “040619. Names and Locations / 406190.Empire (enantiomorph)” and “Windmills (as vast as time-machines)”; T. S. Eliot’s (Burnt Norton) from “Four Quartets”; Janet Holmes’ “The ms of my kin”; Andrew Schelling’s “Road to Ocossingo”; Susan Slaviero’s “Cyborgia”; Billy Marshall-Stoneking’s “Passage”; prose works such as Kenneth Goldsmith’s “Traffic”, W. S. Burroughs’ “The Ticket that Exploded”, “Western Lands” και “Cities of the Red Night”, Lewis Carroll’s “Alice in Wonderland”, Reza Negarestani’s “Cyclonopedia” and Jeff Noon’s “Automated Alice” and last but not least, Lena Platonos’ song “An unsolved physics exercise”.

Editing/Curating: Theodoros Chiotis, Dimitra Ioannou.

complex assembly

chain reactions emitting from ligatures,

hieroglyphs and defixiones

an unsolved problem in physics exercise

you might be trapped in a liquid nitrogen enchantment for a hundred years

Alice looked up the glass eye of the microscope and saw another eye
– a giant eye

an almost human eye–
looking back down at
her.

God may be dead, but the king is not, and he is trying to rebuild Leviathan and to stifle us through the reconfiguration of identities.

Our nervous system will detach itself from our bodies and

In this boundless space we will pick spots where there will be no reflection

When something reaches the speed of light it will appear to freeze

a prophet that looks like a hologram but isn’t

“Is it safe?”
“Is what safe?”
“Our ability to communicate?”
“It depends on your programming. I dare say you haven’t had much practice”
“Really?”
“Yeah, I feel like we’re under surveillance.”
“Yes, wasn’t that the audience?”

Particular mechanisms arrange awkward in neural network. An error of handling language becomes an error of error language

                                               a voyeur in hexadecimal: one can’t believe impossible things

Galaxies run from us. “Don’t look!”

The objective is SPACE

Here is a place of disaffection

                 sometimes I’ve believed as many as six impossible things

before breakfast.

Take it in like a translator
copy it down

there are names and categories and other things becoming visible after a considerable amount of time has passed:

moments carrying no special weight  at the moment revealing themselves in the future.

unprotesting flavourless tongues

conforming waterproof voices

emaciated feet in a race to keep still

Investing form with lucid stillness

…a fixed image is the basic mortality error,

a ME

that cannot be allowed to change, certainly not to change color.

Realism:
inductive and dehumanizing.

Realism is simply a control method.

Don’t forget the alternate side of the street parking rules, if you do manage to drive into the city, will be suspended for the duration of the holiday, but you’ll still have to pay the meters.

the echoes shall become autonomous;  every piece of signage will come to mean

something else

sticker ads will seal off the fractures where

the cities join with one another

WHEREVER YOU ARE, BE SOMEWHERE ELSE.

This story should rightfully end upon this very moment.

In a fit of repugnance
each moment
rips itself in half,

producing a twin

and the future is now and things take on names they have chosen themselves

fever-tinted glasses

fear probes

bioflesh guns

polyvinyl wombs

NOTHING IS TRUE. EVERYTHING IS PERMITTED.

This is the Law.

Alice would feel a terrible itching inside her skull…

 it was as though a thousand  termites were running

hither and

                              thither with telepathic messages
Neferti is dropping his Ego, his
Me,
his face to meet the faces that he meets.

He denies the story

a telepathic being with greenish skin smokes a cigarette

smokes plutonium cigarettes on the starboard side

learn the tinkling metal voice of space paper

This is the power of the  Song .

This is nothing but the machinery but the machinery of
a black revolution,
twisted from the beginning,
epidemic to the end.

Salute and pass,
there, the Matter ends.

I.T. – Identity Transfer

WITHOUT TOUCHES

by Urban Belina

Photographer Radovan Čok.
Photographer Radovan Čok.

Even when you came, on what ever occasion, there was a Name. And we danced, if only between words squeezed out of two intra-spaces, from the within, where nothing is. And we danced (talked) and we danced (talked even more). And my world transpired and tried to taste yours and we danced, it was still transpiring and curving, and we danced, we danced nevertheless even though there were no touches and worlds were curving back into self, in front, from side in and out, and the hum of words was bending language, and we continued dancing even though we had no words for touch, even if there was no site between all spaces, even if the world was bending, and the world was bending, these two spaces never really touched and we remained alone in the intra-spaces where nothing is. And we danced. Word was running and running, was high-spirited and glorified, we despised it this word. It could not give us a look in the eyes, it could not bend us so that one could be touched, seeing the glow in the colour of other one’s eyes. Did you long to be a word; caressing the touch of dream? Did I long to be a hum that would give the word the wooden roughness of a maladroit touch of two rugged membranes of worlds? And language danced, trying to penetrate into one experience before oneness. And we danced (talked). At times it seemed like one world managed to stretch the world membrane just enough, one could hear soundless resonance of crackle of two leathery skins rubbing: coarse, warm and strident. And still, there were too few. Too few words, lots of words reside in languages, yet still they are not numerous enough when I long to be touched. And we danced. And words were dancing in a ring, the magical chant was long forgotten and you forgot how to call it to life. So all we could do was to dance (to talk). Intra-spaces were numerous, they are countless, yet still I find myself alone in every single one, even if I see many thoughts touching one of the countless intra-spaces of dreams, oblivion or no-time.

Photographer Maja Uplaznik Pantar.
Photographer Maja Uplaznik Pantar.

Always alone. And we danced. And there was water. And sun. And images of oblivion and no-return. And circle. And we danced. But my water did not know your water-state. And my fire was closer to your sun, whilst my sun was shinning on the wind of your trees, yet never reached the trees as such. And we danced, whirled (talked and chitchatted). And there was river, a living river. We both knew it. My river was filled with wateR; your river was filled with water. Yet water is not the same in my world, as it is not the same in any of the countless inter-space visions, each has different water. And my water never met your water and your water shall never bathe me. It seems it would be nice to swim in the river we both know, filled with your water.

But I would more likely manage to swim on smoothed boulders of dried out riverbed, than find your water: words, words, dancing never show the way to your water although I know the way to the river, the water is not to be found. I often go to the river. I often long to swim in your water, yet I always find water known to me, there is never an unknown one there. I had met many waters, I encounter many, yet yours remained and shall remain hidden, the magic charm had been forgotten. I might come to your water when you will come. And you will not forget the word without words any more. And dance; the memory of dance remains (Speaking had once been). Worlds still try to stretch out residing in such expansion that I lost myself within my world and you lost yourself within yours. The world of singularity was supposed to exist because of one person. How could it happen that we both, me and you, got lost in the space of individual world? And I got lost. And you got lost. And the world continues to expand driven by its own volition separated from my volitions and wishes, under the pretext of the mission it had emancipated and is now trying to conquer space, time and word that gives primordial creation. And it conquers words, word after word it is conquering language and more it is becoming his, this language, less it is mine. And more it is becoming his, less power it has to expand. But it does not notice any more, I haven’t noticed and you haven’t noticed that the word, which once had been the source of all creation, now de-creates, destroys, gnaws through.  It sucks power, the word, which is too expanded and used up, emptied out and now takes power, my power, your power, power of the world, that still vainly expands in undefined directions; in self-moving try it extorts closeness, you say touch and the word touch takes the magic and power of touching away. It still wants to touch the other world and always as it comes close, the other world arbitrarily expands to the other direction of space. And my water keeps flowing in my river and your water peacefully rustles where I can not see it, where I can not touch. And worlds conquer time and space and language, they are learning of  sense, growing, living, and all they long for is one single coarse moment of touch, not longing for eternal unity, not longing for hieros gamos, they only wish to feel one fleeting skim on the random point of endless membrane of longing. Sometimes I seem to hear, at least for a moment, the rustling crunch of touching, it seems the worlds had made it. Yet it is just the rustling of used up thoughts of my world, sadly jumping into the River of Oblivion, desperate, emptied, bled white, sucked out by word, abused by language, giving up and for a goodbye resounding only a replica of the thing the whole immense world is tending to. Resounding only a sound approximate of the touching incident, born out of longing for touch with another world, then betrayed, worn out and humiliated, call the last crackle for goodbye and rebound to oblivion.

Photographer Radovan Čok.
Photographer Radovan Čok.

I am thinking of your water and of your fire, and my sun shines still only on the wind that sways crowns of your trees which are surrounded only by the shine of your sun. Maybe your thoughts are crackling also, desperate and alone? You may be lost in your world that exceeded its own purpose and now exists only for existing, and you wander around fragments of a world too vast in search of your own pieces, thoughts that used to be you, meeting with images that had elongated and had been mutilated to such a degree that they have become unrecognisable. And you are thinking of my wind, my sun, the glimmer of my water, thinking of all what will never become yours and keep longing without touches.

WORDS-LINKS: Alice looked up the glass eye of the microscope and saw another eye.

NOTE

Translated from slovenian by Urban Belina.

ΧΩΡΙΣ ΑΓΓΙΓΜΑΤΑ

από τον Urban Belina

Photographer Radovan Čok.

Ακόμα κι όταν ερχόσουν, όποια κι αν ήταν η περίσταση, υπήρχε ένα Όνομα. Και χορεύαμε, τουλάχιστον ανάμεσα σε λέξεις αποσπασμένες από δύο ενδο-διαστήματα, από το μέσα όπου τίποτα δεν υπάρχει. Και χορεύαμε (μιλάγαμε) και χορεύαμε (μιλάγαμε πιο πολύ). Και ο κόσμος μου υγράνθηκε και  προσπάθησε να γευτεί τον δικό σου και χορεύαμε και συνεχώς υγραινόταν και λύγιζε και χορεύαμε, χορεύαμε το ίδιο, ακόμα κι αν δεν αγγιζόμασταν και οι κόσμοι αναδιπλώνονταν στον εαυτό τους, μπροστά, από την εσωτερική και εξωτερική πλευρά, και το μουρμούρισμα των λέξεων έκαμπτε τη γλώσσα και συνεχίσαμε να χορεύουμε, ακόμα κι αν δεν είχαμε λέξεις για το άγγιγμα, ακόμα κι αν δεν υπήρχε χώρος ανάμεσα στα διαστήματα, αν και ο κόσμος καμπτόταν, και ο κόσμος καμπτόταν, αυτά τα δύο διαστήματα δεν αγγίζονταν ποτέ πραγματικά και απομείναμε μόνοι στα ενδο-διαστήματα όπου τίποτα δεν υπάρχει. Και χορεύαμε. Η λέξη έρεε και έρεε, ορμητική και δοξασμένη, την απεχθανόμασταν αυτή τη λέξη. Δεν μπορούσε να δώσει στα μάτια μας βλέμμα, δεν μπορούσε να μας κάμψει έτσι ώστε να αγγιχτούμε, να δούμε τη λάμψη στο χρώμα των ματιών μας. Ποθούσες να γίνεις λέξη, να χαϊδέψεις το άγγιγμα του ονείρου; Ποθούσα να γίνω ένα βουητό που θα έδινε στη λέξη την ξύλινη τραχύτητα ενός αδέξιου αγγίγματος ανάμεσα σε δύο σκληρές μεμβράνες κόσμων; Και η γλώσσα χόρευε προσπαθώντας να διεισδύσει σε μία ενιαία εμπειρία πριν από την ενότητα. Και χορεύαμε (μιλάγαμε). Kατά καιρούς φαινόταν ότι ο ένας κόσμος κατάφερνε να τεντώσει την κοσμική μεμβράνη τόσο ώστε να ακουστεί η άηχη συχνότητα της πρόστριψης δύο σκληρών δερμάτων: τραχιά, ζεστή και διαπεραστική. Και πάλι ήταν ελάχιστες. Eλάχιστες λέξεις, πολλές λέξεις υπάρχουν στις γλώσσες, όμως και πάλι δεν είναι αρκετές όταν ποθώ να μ’ αγγίξουν. Και χορεύαμε. Και οι λέξεις χόρευαν σε δαχτυλίδι, το μαγικό τραγούδι είχε ξεχαστεί από καιρό και ξέχασες πώς να το επαναφέρεις στη ζωή. Έτσι το μόνο που μπορούσαμε να κάνουμε ήταν να χορεύουμε (να μιλάμε). Τα ενδο-διαστήματα ήταν πολυάριθμα, είναι αμέτρητα, κι όμως πάλι σε καθένα απ’ αυτά μόνο εγώ βρίσκομαι, αν και βλέπω πολλές σκέψεις ν’ αγγίζουν ένα από τα αμέτρητα ενδο-διαστήματα των ονείρων, λήθη ή μη-χρόνος.

Photographer Maja Uplaznik Pantar.

Πάντα μόνοι. Και χορεύαμε. Και υπήρχε νερό. Και ήλιος. Και εικόνες λήθης και μη-επιστροφής. Και κύκλος. Και χορεύαμε. Αλλά το νερό μου δεν γνώριζε σε τι μορφή ήταν το νερό σου. Και η φωτιά μου ήταν πιο κοντά στον ήλιο σου ενώ ο ήλιος μου έλαμπε στον αέρα των δέντρων σου χωρίς να προσεγγίζει ποτέ τα ίδια τα δέντρα. Και χορεύαμε και στροβιλιζόμασταν (μιλάγαμε και κουβεντιάζαμε). Και υπήρχε ένα ποτάμι, ένα ζωντανό ποτάμι. Και οι δύο το γνωρίζαμε. Το ποτάμι μου ήταν γεμάτο νερό· το ποτάμι σου ήταν γεμάτο νερό. Όμως το νερό δεν είναι ίδιο στον κόσμο μου όπως δεν είναι ίδιο σε κανένα από τα αμέτρητα οράματα των ενδο-διαστημάτων, το καθένα έχει διαφορετικό νερό. Και το νερό μου δεν συνάντησε ποτέ το νερό σου και στο νερό σου δεν θα πλυθώ ποτέ. Aπ’ ότι φαίνεται θα ήταν ωραίο να κολυμπήσουμε στο ποτάμι που γνωρίζουμε και οι δύο, γεμάτο δικό σου νερό.

Αλλά πιο πιθανό θα ήταν να κολυμπήσω στις μαλακές κροκάλες μιας ξεραμένης κοίτης, παρά να βρω το νερό σου: λέξεις, λέξεις, χορεύουν, ποτέ δεν δείχνουν τον δρόμο για το νερό σου, αν και ξέρω τον δρόμο για το ποτάμι δεν θα βρεθεί το νερό. Πηγαίνω συχνά στο ποτάμι. Συχνά ποθώ να κολυμπήσω στο νερό σου όμως πάντα βρίσκω νερό που γνωρίζω, δεν υπάρχει ποτέ εκεί κάποιο άγνωστο. Έχω συναντήσει πολλά νερά, όμως τα δικά σου παρέμειναν και θα παραμείνουν κρυφά, η μαγεία της γοητείας έχει ξεχαστεί. Ίσως έρθω στα νερά σου όταν έρθεις εσύ. Και δεν θα ξεχάσεις πια τη λέξη χωρίς λέξεις. Και τον χορό· η μνήμη του χορού παραμένει (Ήταν κάποτε ομιλία). Οι λέξεις επιχειρούν ακόμα να τεντωθούν σε τέτοια έκταση ώστε χάνω τον εαυτό μου στον κόσμο μου και εσύ στον δικό σου. Yποτίθεται ότι ο κόσμος της μοναδικότητας προέκυψε από έναν άνθρωπο. Πως έγινε εμείς οι δύο, εγώ κι εσύ, να χαθούμε στο διάστημα του ατομικού κόσμου; Και χάθηκα. Και χάθηκες. Κι ο κόσμος εξακολουθεί να διευρύνεται ορμώμενος από τις δικές του βουλήσεις, ανεξάρτητα από τις δικές μου βουλήσεις και επιθυμίες, είχε απελευθερωθεί με το πρόσχημα της αποστολής, και τώρα προσπαθεί να κατακτήσει το διάστημα, τον χρόνο και τη λέξη που χαρίζει πρωταρχική δημιουργία. Και κατακτά λέξεις, λέξη μετά τη λέξη κατακτά τη γλώσσα και όσο περισσότερο την κατέχει, αυτή τη γλώσσα, τόσο λιγότερο την κατέχω εγώ. Και όσο περισσότερο γίνεται δική του, τόσο λιγότερη δύναμη έχει να διευρυνθεί. Όμως δεν προσέχει πια, δεν έχω προσέξει και δεν έχεις προσέξει ότι η λέξη που κάποτε ήταν η πηγή κάθε δημιουργίας, τώρα απο-δημιουργεί, καταστρέφει, διαβρώνει. Aπομυζά δύναμη η υπερβολικά διευρυμένη και χρησιμοποιημένη λέξη, άδειασε και τώρα παίρνει δύναμη, τη δική μου δύναμη, τη δική σου δύναμη, τη δύναμη του κόσμου που μάταια εξακολουθεί να διευρύνεται προς απροσδιόριστες κατευθύνσεις· δοκιμάζοντας την αυτο-κίνηση κλέβει την εγγύτητα, λες άγγιγμα και η λέξη άγγιγμα παίρνει τη μαγεία και τη δύναμη ενός μακρινού αγγίγματος. Θέλει ακόμα να αγγίξει τον άλλο κόσμο και όπως συνεχίζει να πλησιάζει, ο άλλος κόσμος διευρύνεται αυθαίρετα προς την άλλη πλευρά του διαστήματος. Kαι το νερό μου εξακολουθεί να ρέει στο ποτάμι μου και το νερό σου να κελαρύζει εκεί που δεν μπορώ να το δω, εκεί που δεν μπορώ να το αγγίξω. Kαι οι κόσμοι κατακτούν χρόνο και διάστημα και γλώσσα, μαθαίνουν για την αίσθηση, το μεγάλωμα, τη ζωή και το μόνο που προσδοκούν είναι μία, μοναδική τραχιά στιγμή αγγίγματος, όχι την αιώνεια ένωση, όχι τον ιερό γάμο, θέλουν μόνο να αισθανθούν μια φευγαλέα ρωγμή στο τυχαίο σημείο της ατέρμονης μεμβράνης του πόθου. Mερικές φορές έχω την εντύπωση πως ακούω, τουλάχιστον για μια στιγμή, τις κελαρυστές ρωγμές του αγγίγματος σαν να τα κατάφεραν οι κόσμοι. Όμως αυτό είναι το κελάρυσμα των εξαντλημένων σκέψεων του δικού μου κόσμου, όπως πηδάνε με θλίψη στο Ποτάμι της Λήθης, απελπισμένες, κενές, άχρωμες, αφού τις απορρόφησε η λέξη, αφού τις κακοποίησε η γλώσσα, όπως παραιτούνται και αντηχούν για αποχαιρετισμό κάτι που μοιάζει με αυτό το πράγμα όπου τίνει όλος ο απέραντος κόσμος. Aντηχώντας τον παρεμφερή ήχο της στιγμής του αγγίγματος που προκάλεσε ο πόθος ν’ αγγίξεις έναν άλλο κόσμο, ο οποίος αργότερα προδώθηκε, ξέφτισε και εξευτελίστηκε, αποχαιρετάς τον τελευταίο τραχύ ήχο και αναδιπλώνεσαι στη λήθη.

Photographer Radovan Čok.

Σκέφτομαι το νερό και τη φωτιά σου και ο ήλιος μου εξακολουθεί να λάμπει μόνο στον αέρα που παίρνει τούφες από τα δέντρα σου που περιβάλλονται μόνο από τη λάμψη του δικού σου ήλιου. Mήπως οι σκέψεις σου ηχούν το ίδιο απελπισμένες και μόνες; Ίσως έχεις χαθεί στον κόσμο σου όπως ξεπέρασε τον σκοπό του και υπάρχει τώρα μόνο για να υπάρχει και τριγυρίζεις γύρω από τα αποσπάσματα ενός μεγάλου κόσμου αναζητώντας τα δικά σου κομμάτια, σκέψεις που κάποτε ήταν εσύ, συναντώντας εικόνες που είχαν ξεχειλίσει και ακρωτηριαστεί σε τέτοιο βαθμό ώστε να γίνουν αγνώριστες. Kαι σκέφτεσαι τον αέρα μου, τον ήλιο μου, τις ανταύγειες του νερού μου, όλα αυτά τα οποία δεν θα γίνουν ποτέ δικά σου και εξακολουθείς να νοσταλγείς χωρίς αγγίγματα.

ΛΕΞΕΙΣ-ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ: η Αλίκη κοίταξε μέσα από το γυάλινο μάτι του μικροσκόπιου και είδε ένα άλλο μάτι

ΣΗΜΕΙΩΜΑ

Mετάφραση: Δήμητρα Iωάννου

POEM #2

by Antonis Katsouris

a love story in THE SPEED OF LIGHT
a hate story IN A FIT OF REPUGNANCE

desire moves / eros is verb
tenderly traumatic / tenderly I tremble

a love story in which EVERYTHING IS PERMITTED
a hate story WILL BE SUSPENDED

flesh pink / person-to-person pink / heart of pink
mauve poppies / at the heart of the adonean garden

a love story THROUGH THE RECONFIGURATION OF IDENTITIES
a hate story by AN ERROR OF HANDLING LANGUAGE

on this page / I will wait for you / you will rewrite me
from the south of your mouth / from the I of my eye / from the pose of your nose

a love story RIPS ITSELF IN HALF PRODUCING A TWIN
a hate story FOR THE DURATION OF THE HOLIDAY

echo / you always make me / doubt
when is it late /  when is it too late?

a love story TWISTED FROM THE BEGINNING
a hate story EPIDEMIC TO THE END

a passive activity / an active passivity
my poor Daphne / how did you end up / a little green bush