MULTIPLICITY

by Matina L. Stamatakis

To do with wild growth into itself:

them or all of them or just the rest of its bits

─ never waver into the abyss of dandelion yellow

or some grandiose landscape mosaic.

A small square, or rhombus, completely incomplete.

As duration,

moving space across one’s belly. From aliases,

no promise to keep the miles between

one I or the other ─            we have swelled in forever,

are variable

in our depths.

WORDS-LINKS: THE JOURNAL OF MULTIPLE I’ S

H ΠΟΛΛΑΠΛΟΤΗΤΑ

της Matina L. Stamatakis

Mετάφραση: Δήμητρα Iωάννου

Σχετικά με την ίδια την ουσία της άγριας ανάπτυξης:

εκείνα ή όλα εκείνα ή τουλάχιστον τα υπολείμματά της

─ δεν αμφιταλατεύονται ποτέ στην άβυσσο του κίτρινου της πικραλίδας

ή της ποικιλομορφίας ενός τοπίου επιβλητικού.

Μικρό τετράγωνο ή ρόμβος ολοκληρωτικά ατελή.

Όπως η διάρκεια,

ένας μεταβατικός χώρος από τη μια πλευρά της κοιλιάς στην άλλη. Οι πλαστές ταυτότητες,

δεν υπόσχονται τη διατήρηση της απόστασης ανάμεσα

στο ένα εγώ και το άλλο ─          έχουμε πληθύνει για τα καλά,

μεταβαλλόμαστε

στα βάθη μας.

ΛEΞEIΣ-ΣYNΔEΣMOI: TO HMEPOΛOΓIO TΩN ΠOΛΛAΠΛΩN EΓΩ

TO DO WITH WILD GROWTH INTO ITSELF . ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΙΔΙΑ ΤΗΝ ΑΓΡΙΑ ΑΝΑΠΤΥΞΗ

by Brett Skarbakka

BrettSkarbakkaTo do with wild growth into itself

WORDS-LINKS: TO DO WITH WILD GROWTH INTO ITSELF
ΛΕΞΕΙΣ-ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ: ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΙΔΙΑ ΤΗΝ ΑΓΡΙΑ ΑΝΑΠΤΥΞΗ

ΝΟΤΕ

Matina L. Stamatakis

TEXTiLE


MatinaLStamatakisTEXTiLE

ΛEΞEIΣ-ΣYNΔEΣMOI: TO HMEPOΛOΓIO TΩN ΠOΛΛAΠΛΩN EΓΩ
WORDS-LINKS: THE JOURNAL OF MULTIPLIE I’S

 

WHAT?

του Mιχάλη Zαχαρία / by Michalis Zacharias

MZahariasWhat

Λέξεις-σύνδεσμοι: ΙΔΙΩΤΙΚΕΣ ΤΕΛΕΤΟΥΡΓΙΕΣ
Words-links: PRIVATE RITUALS

CONTEMPLATION

της Aμαλίας Bεκρή / by Amalia Vekri

AmaliaVekriContemplation

ΛEΞEIΣ-ΣYNΔEΣMOI: BATOMOYPO, KOYKOYBAΓIEΣ, XPONOΣ

WORDS-LINKS: BLUEBERRY, OWLS, TIME

TAKING ARIEL FOR GRANTED

της Νάνας Σαχίνη / by Nana Sachini

NanaSachiniGraves

λέξεις-σύνδεσμοι: ΠΡΟΤΙΜΩ ΟΙ ΤΑΦΟΙ ΜΟΥ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΜΕΤΑΦΟΡΙΚΟΙ.

words-links: I PREFER MY GRAVES TO BE METAPHORICAL.

RAISON D’ ÊTRE

by Asako Masunouchi

AMasunouchiRAISON DETRE

ΛΕΞΕΙΣ-ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ: ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ ΧΩΡΙΣ ΒΙΒΛΙΟ

WORDS-LINKS: READER WITHOUT BOOK

THE WAY OUT

του Άρη Μιχαλόπουλου . by Aris Michalopoulos

AMichalopoulosWayOut

λέξεις-σύνδεσμοι: THE WAY OUT

words-links: THE WAY OUT

IN PURSUIT OF A BIRD

by Yoko Danno

I am in my brain,
You are in your brain.
You are in my brain,
I am in your brain.

I feel that time flies faster than ever. Because I digest food more slowly lately? Or am I already traveling around another sun, or another moon? I hope the orbit of my thoughts can be traced more precisely and the geography in my brain explored more in detail. Ethereal fragments of consciousness, along with earthbound urges, should be eventually put together into a meaningful whole. Is there a mastermind behind all of this mysterious integrating process?

I sent a letter to my friend with a wrong address. I didn’t know he had moved. Someone told me he has gone in search of a bird. Where?

In pursuit of the swan, he arrived at the land of Harima by way of Ki, then crossing Inaba he came to Taniha and to Tajima. He followed the bird east-ward to the land of Chika-tsu-Aumi, crossed Mino, chased it through Wohari, past Shinano, and finally in the land of Koshi spread a net at a river mouth…*

The man in the topic was instructed that if he found the bird, the child—an emperor’s son who was unable to speak—would be able to speak. But is it possible, at the present time, to wander over the Japan Island of the 8th century? Let alone to find the bird? I’m told ‘past’ is a mirage, ‘future’ a phantom, and ‘now’ becomes ‘past’ from instant to instant—a flower never stays the same. But then what is the present time exactly? If there’s no ‘now,’ we live only in ‘past’? If so, no wonder he has gone looking for the bird into ‘past’…by the way, I sprained my neck while I was asleep last night.

Ki lies in the Ki Peninsular facing the Pacific Ocean. I once visited there on a school excursion when I was a child. Harima, far down south of Inaba, is the birthplace of my grandmother. Carried in a palanquin, crossing mountains, she married into a sake-brewing family in Taniha, my ancestors’ place. In Aumi is Lake Biwa, home to multiple birds. In Mino cormorants are nurtured to fish for humans. In Wohari I lived with my family for two years. Koshi is present-day Hokuriku, northwesterly coastal area. On my way to Shinano on a sightseeing trip I looked out over the raging Japan Sea through a train window. What has he been doing all the while? Where on earth has he flown to?—the one to whom I sent a letter, I mean.

My letter must be carried around in a postman’s bag in search of his whereabouts. I hope it won’t be abandoned in a box of ‘undelivered mail’ at a post office, since I forgot to write my return address on the envelope. My fatal fault. Once lost, a letter will never be delivered. I may not know whether he has actually caught the bird or not, although I desperately wish to know.

I have recently lost my voice, caused not by a laryngeal cancer, but from hypertension—I need to perform magic in front of old people in a nursing home. Most of the audience is suffering from dementia, but I am warned they are strangely quick-eyed in seeing through tricks. It is rumored they are trained nightly by particular owls to see through the darkness. If only I could regain my voice, I might distract their attention by my mumbo jumbo.

I wonder, however, if we should always expect replies to our letters. Emily Dickinson wisely stored in her small casket the letters to her ‘Master,’ which has kept the world in perpetual suspense and contemplation. Thinking I might perhaps have forgotten to mail my letter, I rummaged all drawers of my desk and cabinet—in vain. There’s no doubt that I posted it—the letter is in my brain.

*Excerpt from “Kojiki” (trans. by Danno), the oldest collection of songs and stories concerning the founding of Japan and the beginnings of Japanese culture, compiled in the 8th century.

ΚΑΤΑΔΙΩKONTAΣ ΕΝA ΠΟΥΛΙ

της Yoko Danno

Είμαι στον εγκέφαλό μου.
Είσαι στον εγκέφαλό σου.
Είσαι στον εγκέφαλό μου.
Είμαι στον εγκέφαλό σου.

Αισθάνομαι τον χρόνο να περνάει πιο γρήγορα από ποτέ. Επειδή τελευταία χωνεύω το φαγητό πιο αργά; Ή έχω αρχίσει ήδη να ταξιδεύω γύρω από έναν άλλον ήλιο ή ένα άλλο φεγγάρι; Ελπίζω η τροχιά των σκέψεών μου να μπορεί να περιγραφεί με περισσότερη ακρίβεια και η γεωγραφία στον εγκέφαλό μου να αναλυθεί πιο λεπτομερώς. Αιθέρια αποσπάσματα συνείδησης μαζί με επίγειες ανάγκες θα έπρεπε τελικά να ενωθούν σ’ ένα συνεκτικό σύνολο. Υπάρχει μια διάνοια πίσω απ’ όλη αυτή τη μυστηριώδη διαδικασία σύμμειξης;

Έστειλα στον φίλο μου ένα γράμμα με λάθος διεύθυνση. Δεν ήξερα πως είχε μετακομίσει. Κάποιος μου είπε ότι είχε φύγει αναζητώντας ένα πουλί. Που;

Καταδιώκοντας τον κύκνο έφθασε στη γη της Xαρίμα μέσω Κι, έπειτα διασχίζοντας την Ινάμπα ήρθε στην Τανίχα και στην Ταζιμά. Ακολούθησε το πουλί ανατολικά στην Τσίκασου-Αούμι, διέσχισε τη Μινό, το κυνήγησε σε όλο το Ουαχαρί πέρα από τη Σινανό και τελικά στην επαρχία Κοσί άπλωσε ένα δίχτυ στην εκβολή του ποταμού…*

Ο άντρας που αναφέρω γνώριζε πως αν έβρισκε το πουλί, το παιδί ˗ο γιος ενός αυτοκράτορα που δεν μίλαγε˗, θα μπορούσε να μιλήσει. Αλλά είναι δυνατό να περιφέρεται σήμερα στην Ιαπωνία του 8ου αιώνα; Κι ακόμα περισσότερο να βρει το πουλί; Λένε πως το «παρελθόν» είναι μια οφθαλμαπάτη, το μέλλον ένα φάντασμα και ότι το «τώρα» γίνεται «παρελθόν» από στιγμή σε στιγμή ˗ένα λουλούδι δεν μένει ποτέ το ίδιο. Mα τότε ποιό ακριβώς είναι το σήμερα; Αν δεν υπάρχει «τώρα», ζούμε μόνο στο «παρελθόν»; Αν ναι, τότε δεν είναι ν’ απορεί κανείς που πήγε να ψάξει το πουλί στο «παρελθόν»… με την ευκαιρία, στραμπούλισα τον λαιμό μου χθες βράδυ ενώ κοιμόμουν.

Το Κι βρίσκεται στην χερσόνησο Κι από την πλευρά του Ειρηνικού. Όταν ήμουν παιδί είχα πάει εκεί εκδρομή με το σχολείο. H γιαγιά μου γεννήθηκε στην Xαρίμα βαθιά στον νότο της επαρχίας Ινάμπα. Tη μετέφεραν στα βουνά με ένα παλανκίνο για να παντρευτεί στην Τανίχα*, το μέρος απ’ όπου κατάγονται οι πρόγονοί μου, μια οικογένεια κατασκευαστών σάκε. Στην Αούμι βρίσκεται η λίμνη Mπίουα, γη πολλών πουλιών. Στη Mινό εκτρέφονται κορμοράνοι και ψαρεύουν για λογαριασμό των ανθρώπων. Στο Oυαχαρί έζησα με τους δικούς μου δύο χρόνια. H Kοσί είναι η σημερινή Xοκουρικού, μια παραθαλάσσια περιοχή στα νοτιοδυτικά. Πηγαίνοντας να δω τα αξιοθέατα της Σινανό κοίταξα από το παράθυρο του τρένου τη μανιασμένη Θάλασσα της Iαπωνίας. Tι έκανε όλο αυτόν τον καιρό; Που μπορεί να πήγε; ˗εκείνος στον οποίο έστειλα το γράμμα, εννοώ.

Το γράμμα μου πρέπει να μεταφερθεί μέσα στην τσάντα ενός ταχυδρόμου μέχρι να βρεθεί η διεύθυνσή του. Ελπίζω να μην το παρατήσουν στο κουτί «μη επιδιδομένων επιστολών» ενός ταχυδρομείου επειδή ξέχασα να γράψω τη διεύθυνση του αποστολέα στον φάκελο. Σοβαρό λάθος μου. Aν χαθεί, ένα γράμμα δεν υπάρχει ποτέ περίπτωση να παραδοθεί. Ίσως δεν μάθω αν τελικά παγίδεψε το πουλί ή όχι, αν και θέλω πάρα πολύ να το μάθω.

Πρόσφατα έχασα την φωνή μου, όχι από καρκίνο του λάρυγγα αλλά υπέρταση ˗κάνω μαγικά για τους ηλικιωμένους ενός οίκου ευγηρίας. Οι περισσότεροι στο ακροατήριο πάσχουν από άνια, αλλά μ’ έχουν προειδοποιήσει ότι κατά περίεργο τρόπο βλέπουν γρήγορα τα κόλπα. Oι φήμες λένε ότι ειδικές κουκουβάγιες τους εκπαιδεύουν να βλέπουν στο σκοτάδι. Αν ανακτούσα τη φωνή μου ίσως ν’ αποσπούσα την προσοχή τους με τις ανοησίες μου.

Αναρωτιέμαι, πάντως, αν θα έπρεπε πάντα να περιμένουμε απαντήσεις στα γράμματά μας. Η Έμιλυ Ντίκινσον σοφά αποθήκευε σε μία μικρή κασετίνα τα γράμματά της προς τον «Κύριόν» της κρατώντας έτσι τον κόσμο σε διαρκή αγωνία και περισυλλογή. Με τη σκέψη πως ίσως ξέχασα να ταχυδρομήσω το γράμμα, έψαξα όλα τα συρτάρια του γραφείου και του ντουλαπιού μου ˗μάταια. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το ταχυδρόμησα ˗το γράμμα είναι στον εγκέφαλό μου.

Aπόσπασμα από την «Kοζίκι» (σε μετάφραση της Yoko Danno), την παλαιότερη συλλογή τραγουδιών και ιστοριών που αφορούν την ίδρυση της Iαπωνίας και τις απαρχές της Iαπωνικής κουλτούρας (8ος αιώνας).

Mετάφραση: Δήμητρα Iωάννου.

fri_01

by Sophie Mayer

(On waking from a dream of [Hannibal Lecter] my father)

*

When the cops ask me what had been stolen, I say: “Everything.”

Dining room table, chairs, sofa, armchair, coffee table, TV.

(Spine, hips, kneecaps, liver, kidney, eyes).

Boneless, I ragdoll to the floor. Her head wedged in a tight corner, too-heavy pumpkinhead. Fridge. Washing machine. Beds. Wardrobe. Books.

(Skull)

(Belly)

(Breasts)

(Ribs)

(Lungs)

I can’t breathe. I tell the cops, “I can’t breathe.” They took my lungsspineentrails.

Kitchen (skin) table. Storage (blood) heaters. Kettle.

Heart.

*

Why do I despise myself so in my dreams?

*

(dead. time. memory)

*

The house is like a doll’s house, cut in half for show. Anyone could reach in and touch. It’s a cavity, like in the game Operations, its organs (bright, plasticky) scattered after some implacable sacrifice. And it’s wired. Tiny shocks run through her as she touches carpet that has forgotten it’s carpet. Carpet with its stuffing knocked out of it. Her fingers rest in the chair-leg hollows and feel at home. Feel useful, like a filling. Feel familiar: she knows her own hollows. Shocks anyone who touches them. Drop the organs back in (plop, plop) with a buzz and a sting. It’s inside out, pecked at by ravens down to clean bones.

*

(I fear I have never used my body, or notes on reading Judith Herman, Trauma & Recovery)

*

She can breathe but breath is tears, is torn from her cavity in blue waves that set the hairs on her arms alight.

(Arms return.)

She presses her face into her forearms until

(eyes return)

her eyeballs spring back beneath their lids.

She is a pressure system, tectonic plates, something huge and roaring.

(Lungs return.)

Roaring into silence, roaring silently, don’t scare the neighbours. Rawing her hot face

(blood returns).

She drags her toes

(feet return)

on the fitted carpet, kicking up sparks, presses her elbows into her ribs until the glass globe shatters and she’s inside, she’s up to her elbows

(organs return)

in hot guts and stuffing. She’s ten little piggies. She’s

(bladder returns)

running wee-wee-wee all the way home.

She’s jubilant, she’s a Christmas tree festooned with innards and eyeballs, with sanded white patellas and vertebrae, a biology textbook cut-up and coloured in by a sugar-crazy five year old. She’s this red blood cell and that neuron. Really, she’s that tiny in the doll’s house of her blood. Really. She’d stay here forever.

*

(A/wake)

A shipwrecked cathedral of spars and sunlight, a few not only leafless, a cabin returning its timbers to forest, a greenhouse where the glass has turned to back to sand, an exhalation from a cave where there is nothing but prehistoric bones.

And

gone.

WORDS-LINKS: FRI_01
WHY I DESPISE MYSELF SO IN MY DREAMS?
I FEAR I HAVE NEVER USED MY BODY. (MY DREAMS TELL ME…)

παρ_01

Sophie Mayer

Mετάφραση: Θοδωρής Χιώτης

(O απόηχος ενός ονείρου με τον πατέρα μου [τον Hannibal Lecter])

*

Όταν οι αστυνομικοί με ρωτάνε τι έχει κλαπεί, εγώ λέω: «Τα πάντα».

Το τραπέζι της τραπεζαρίας, οι καρέκλες, ο καναπές, η πολυθρόνα, το τραπεζάκι, η τηλεόραση.

(Σπονδυλική στήλη, γοφοί, επιγονατίδες, συκώτι, νεφρό, μάτια).

Ασπόνδυλη, σέρνομαι σαν πάνινη κούκλα στο πάτωμα. Το κεφάλι της σφηνωμένο σε μια στενή γωνία, ένα εξαιρετικά βαρύ κούφιο κρανίο. Ψυγείο. Πλυντήριο. Κρεβάτια. Ντουλάπα. Βιβλία.

(Κρανίο)

(Κοιλιά)

(Στήθη)

(Πλευρά)

(Πνεύμονες)

Δεν μπορώ να αναπνεύσω. Λέω στους αστυνομικούς, «Δεν μπορώ να αναπνεύσω» . Εκείνοις μου παίρνουνει τους πνεύμονεςσπονδυλικήστήληέντερα.

Το τραπέζι της κουζίνας δέρμα). Θερμοσυσσωρευτές (αίμα). Βραστήρας.

Καρδιά.

*

Γιατί μισώ τόσο πολύ τον εαυτό μου στα όνειρά μου;

*

(νεκρός. χρόνος. μνήμη.)

*

Tο σπίτι είναι σαν ένα κουκλόσπιτο, ανοιγμένο στη μέση προς επίδειξη. Ο οποιοσδήποτε μπορεί να απλώσει το χέρι του εκεί μέσα και να ψηλαφήσει. Πρόκειται για μια κοιλότητα, όπως στο επιτραπέζιο παιχνίδι «Εγχείρηση», τα όργανά του (έντονα χρώματα, πλαστικά) σκορπισμένα μετά από μια αδυσώπητη θυσία. Και είναι καλωδιωμένο. Μικρά ηλεκτρικά σοκ τη διαπερνούν καθώς αγγίζει χαλί το οποίο έχει ξεχάσει ότι είναι χαλί. Χαλί με το στημόνι ξηλωμένο. Τα δάχτυλά της ακουμπούν στο εσωτερικό κενό του ποδιού της καρέκλας και αισθάνεται σαν στο σπίτι της. Αισθάνεται χρήσιμη σαν ένα σφράγισμα. Η αίσθηση του γνώριμου: γνωρίζει τα ίδια της τα κενά. Τρομάζουν όποιον τα αγγίζει. Τοποθέτησε τα όργανα πίσω στη θέση τους (πλοπ, πλοπ) με ένα κουδούνισμα και ένα τσίμπημα. Το σώμα είναι γυρισμένο από τα μέσα προς τα έξω, καθώς τσιμοπολογείται από κοράκια μέχρι να μείνουν μόνο απογυμνωμένα κόκκαλα.

*

(Φοβάμαι ότι δεν έχω χρησιμοποιήσει ποτέ το σώμα μου, ή τις σημειώσεις από την ανάγνωση του «Trauma & Recovery» της Judith Herman)

*

Εκείνη μπορεί να αναπνεύσει αλλά κάθε ανάσα είναι δάκρυα, ξεριζώνεται από την κοιλότητα σε μπλε κύματα που βάζουν φωτιά στις τρίχες στα χέρια της.

(Τα χέρια επιστρέφουν.)

Πιέζει το πρόσωπό της στους βραχίονές της μέχρι που

(τα μάτια επιστρέφουν)

οι βολβοί των ματιών της επανέρχονται κάτω από τα βλέφαρά της.

Εκείνη είναι ένα σύστημα πίεσης, τεκτονικές πλάκες, κάτι τεράστιο και βρυχώμενο.

(Οι πνεύμονες επιστρέφουν.)

Βρυχώμενη στη σιωπή, βρυχώμενη σιωπηλά, μην τρομάξεις τους γείτονες. Βρυχώμενη μέχρι να απογυμνωθεί το καυτό της πρόσωπο

(το αίμα επιστρέφει).

Σέρνει τα δάχτυλα των ποδιών της

(τα πόδια επιστρέφουν)

στο χαλί που καλύπτει ολόκληρο τον χώρο, βγάζοντας σπίθες, πιέζει τους αγκώνες της στα πλευρά της καθώς η γυάλινη υδρόγειος θρυμματίζεται και εκείνη είναι μέσα, βυθισμένη μέχρι τους αγκώνες της

(τα όργανα επιστρέφουν)

μέσα ζεστά έντερα και γέμιση. Εκείνη είναι τα δέκα μικρά γουρουνάκια. Εκείνη

(η κύστη επιστρέφει)

τρέχει φωνάζοντας γουί-γουί-γουί μέχρι να φτάσει σπίτι.

Εκείνη είναι χαρούμενη, ένα Χριστουγεννιάτικο δέντρο διακοσμημένο με εντόσθια και βολβούς ματιών, με άσπρες λειασμένες επιγονατίδες και σπονδύλους, ένα εγχειρίδιο βιολογίας ψαλιδισμένο σε πολλά κομμάτια και χρωματισμένο από ένα πεντάχρονο που έχει φάει πολλή ζάχαρη. Εκείνη είναι αυτό το ερυθρό αιμοσφαίριο και εκείνος ο νευρώνας. Aλήθεια, είναι τόσο μικροσκοπική στο κουκλόσπιτο του αίματός της. Aλήθεια. Θα έμενε εδώ για πάντα.

*

(Ξ/αγρύπνια)

Ένας ναυαγισμένος καθεδρικός ναός από λογομαχίες και το φως του ηλίου, ορισμένα όχι μόνο χωρίς φύλλα, μια καμπίνα που επιστρέφει τα ξύλα της στο δάσος, ένα θερμοκήπιο όπου το γυαλί έχει γίνει και πάλι άμμος, μια εκπνοή από μια σπηλιά όπου δεν υπάρχει τίποτε παρά μόνο προϊστορικά κόκκαλα.

Και

χάθηκε.

Λέξεις-σύνδεσμοι: ΠAP_01
ΓIATI MIΣΩ TOΣO ΠOΛY TON EAYTO MOY ΣTA ONEIPA MOY;
ΦOBAMAI OTI ΔEN EXΩ XPHΣIMOΠOIHΣEI ΠOTE TO ΣΩMA MOY. (TA ONEIPA MOY MOY ΛENE …)

SEE WHAT IT’S LIKE IN THE MORNING

by Ed Garland

Water is perfect and toast isn’t too bad and I actually quite like being hungry. I read that somewhere: “I actually quite like being hungry”. A food writer wrote it one Sunday or I was hallucinating. I’ve been saying it to all the parts of myself to see if any of them will take it up as a mantra.

More than I want to eat I want an email to arrive with a hoped-for response to a long-ago request. Doesn’t matter which one of the plenty it is. My hopes rest on everything. They’re large, there’s nowhere else they could go. After the water there’s coffee if I’m lucky, which I am, so there is. The unlucky me would disagree, but I’m not listening and wouldn’t listen and haven’t got where I am today by listening, it gives you tinnitus. My stomach shrugs like it’s not my friend. If I could only change one thing about my life, I probably wouldn’t bother. One year, I thought I was becoming something.

WORDS-LINKS: I devoured a bird / There is no “me” to speak of