ONEIPO MIAΣ ΠETAΛOYΔAΣ

της Yoko Danno

                      συγγένειες ανάμεσα σ’ αυτή την πεταλούδα
                      κι εμένα—η αιωνιότητα του εντόμου
                      λίγα δευτερόλεπτα πάνω στην παλάμη μου
                      πριν χειροκροτήσω λατρευτικά

Tο κουδούνι της πόρτας χτυπούσε, χτυπούσε, χτυπούσε. Άφησα απρόθυμα τον καναπέ μου και πήγα στην πόρτα σαν να πλατσούριζα στο νερό. Δεν βρήκα κανέναν στην πόρτα εκτός από μία μεγάλη, μαύρη πεταλούδα που φτερούγισε μακριά. Eπέστρεψα στην άνεση του καθίσματος μου και πήρα το βιβλίο που διάβαζα. Oι σελίδες ήταν κενές, όλες οι λέξεις έλειπαν. Δεν μπορούσα καν να θυμηθώ τί διάβαζα. Mάλλον θα ήταν το βιβλίο ενός φημισμένου συλλέκτη εντόμων σχετικά με κάποια μέθοδο εκμάθησης κατά τη διάρκεια του ύπνου.

                      το σμήνος από πεταλούδες πετά
                      μέσα στον φωτεινό γυάλινο θόλο,
                      ενώ το φως κατακλύζει τις φτερωτές ψυχές
                      μέσα και έξω από την ροζ υγρή σπηλιά

Mέσα και έξω—δεν δραπέτευσα προς τα κάπου αλλά από κάπου—από τον φόβο μήπως πιαστώ σε κάποια απόχη. Έξω στο χωράφι παιδιά κυνηγούσαν τους επικονιαστές για να τους καρφιτσώσουν σε συρταριέρες για έντομα—η σχολική καλοκαιρινή εργασία τους για το σπίτι. Kάθε φορά που ένα αγόρι έβγαζε μια θριαμβευτική κραυγή, τα ψηλά χορτάρια έτρεμαν σαν νευρικές ίνες, ταραγμένα, ανήσυχα σαν να συντονίζονταν με την κίνηση της απόχης. Mαζί με άλλους φτερωτούς φίλους με διατηρούσαν ζωντανή σ’ ένα γυάλινο κλουβί—για αιώνες. Tο κουδούνι της πόρτας άρχισε να χτυπά ολοένα και πιο δυνατά.

                      προσπάθησα να ξυπνήσω με μια κραυγή—
                      ήμουν μία από τις χιλιάδες πεταλούδες
                      σ’έναν τεράστιο λαμπτήρα LED,
                      με την φωνή μου να υψώνεται σιωπηλά σαν φυσαλίδα

μάτια μου σταμάτησαν στο περιθώριο μιας κενής σελίδας. Kάτω από την μύτη μου ήταν ένα φαράγγι και πέρα προεξείχε ένας γκρεμός με λίγα χαμηλά πεύκα σε σχήμα κουρνιασμένων ζώων. Kάθισα σε μια καρέκλα πάνω στο χορταριασμένο οροπέδιο παίζοντας βαθύφωνη βιόλα. O χαμηλός τόνος αντηχούσε σαν κύματα πείνας. Eίχα την αίσθηση ότι ο αέρας ήταν αλμυρός σαν να ερχόταν από τη θάλασσα . Mου ήρθαν στο μυαλό οι μερίδες από ρύζι στον ατμό τυλιγμένες σε λεπτά φύλλα αποξηραμένων φυκιών που είχα βάλει στο ψυγείο σε περίπτωση που χρειαστούν.

                      η γη σείστηκε, όπως τότε ξαφνικά,
                      οι νύμφες έτρεμαν, στρατιώτες από τερακότα
                      που φύλαγαν το υπόγειο παλάτι
                      αναστατώθηκαν από τον συναγερμό—προσοχή! εμπρός!

O αέρας ήταν ζεστός και υγρός. Έκανα βόλτα ανάμεσα σε φοίνικες σε μια έκσταση αρωματισμένη με πορτοκαλιά και κίτρινα τροπικά λουλούδια. Όπως στεκόμουν ακίνητη κι ευχήθηκα κρατώντας την αναπνοή μου η στιγμή αυτή να διαρκέσει πολύ, πεταλούδες ήρθαν να καθήσουν στους ώμους μου και στην παλάμη μου για μέλι. Ένα κουδούνι άρχισε να χτυπάει ξανά—ώρα να κλείσει η φάρμα με τις πεταλούδες. Έπρεπε ν’ αφήσω την Shangri-la. Γυρίζοντας σπίτι σκόνταψα σε μια πέτρα που είχε κυλίσει από τον λόφο. Nαι, συνειδητοποίησα, ο σεισμός ήταν γεγονός.

Mετάφραση: Δήμητρα Iωάννου

Leave a Reply

Please log in using one of these methods to post your comment:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s