Daphne Xanthopoulou

The Coronavirus Pandemic Was Caused By The Sun,

subtitles: i.¨A digital trace is purely undead. Not because it will never die. But because it will never. Live.”, (from Unsound:Undead, AUDINT, The MIT Press, 2019)
ii. As you step into this unit fully believe you are walking into your own immune system. 2. Treat each room as if it were you yourself, as if it were a direct extension of you. 3. There is not much to know about the Outside, except that on The Outside everything is possible and on The Inside everything is safe (from Directions For Use of the Reversible Destiny Lofts)


Scene I
Ido is combing his hair by the window singing a lullaby his mother taught him before she fell in love with the Bengali belly-dancer and ran away with her to the Dead Lands, where the people that want to experience Death find a way out of the Immortality Regime. The more he would comb his long silky curls, the more they would turn from white to black and once they had reached the darkest black they would start fading to grey and then to white again, and that’s how it would go on forever, from night sky to day sky, from future to past, from male to female, from old to young, ever since we realized that life and death were shades of the same color and that dying and being reborn is as easy as falling asleep and waking up, as effortless as blinking your eyes and as smooth as air enters and exits your lungs.
As soon as this was known, we built Reversible Destiny Lofts to protect us from the Outside in order to reach our full living capacity, which is infinite, and we became The Eternals.

As opposed to us, the “Necros”, were the ones that chose to stay close to nature, away from the walls of our Fortress of Health, to slowly sink into their fatalistic swamp eroded by an illusion of cosmic purpose, trapped in the pursuit of the blinding light of an eternal return, the deluded guardians of the circle of life with the spiral or the ouroboros as their symbols. They would worship the divinities of Life and Death equally, in the same temple. They would consider death as the labor necessary for the production of life. They would bury their dead in a foetal position, with a chord tying their belly-buttons to the Earth, waiting to be reborn as a stone.

Their temple was the forest and in its shady caverns, they would live a life dedicated to the wisdom of nature, write haikus to celebrate every new circle of a tree, they would sing songs to commemorate the passing of the seasons – COMMEMORATE FOR WHO? The mere thought of my mother´s body slowly turning into food for their worm farm, their stubbornness a noose around her neck, condemning to a mad waste of precious genome – It makes me sick!!! That is, if I could get sick. But fortunately, that’s not possible anymore-, τhey would offer their bodies to the fungi and they would site Einstein´s study on the historical importance of worms.

They would preach the temporality of the human life as a mere step on the journey of existence. The Human Window, as they would call it, was only a stage in the journey of the Vital Energy, that has to pass from all forms of life, sentient and insentient and this passing for them is existence, time, the world itself and Eternity. In that sense they consider themselves Immortal too, and that’s how they like to call their hopeless cult. They perceive life as a periodical wave of energy that propagates through consequent bodies, carrying significant information from one strategic cosmic node to another, weaving the tissue of a story of Harmony and Chaos. We, for them, are flies, hitting against the glass of a lab-tube, the restricted children of Science, eternally infantilized, renouncing our infinite possibilities of transformation, depriving our spirits from the knowledge of what lies beyond the Human Vessel, our stubbornly human bodies monopolizing the Vital Force, blocking the “cosmic energy” from circulating in the Universe and ¨doing the Work¨, manic gatherers of a life founded on the primitive accumulation of health that happened during the ¨Readjustment¨and in this way also culprits for creating an imbalance that causes disruptions to the food-chain, species to go extinct.

This is how far their poor mortal minds can go to justify their vertiginous, self-destructive fall through life. They anyway don’t have enough life-time to develop higher systems of thoughts and their science since the Great Split has retrograded to the animistic traditions of the so-called Native tribes you can read about in the anthropological fiction of the 20th century.

All in all, they would succumb to all the spectrum of madness that a human being experiences as a result of their mortality, an imprint of the irrationally imminent shadow cast by the certainty of death. And that far would they go about their tales, to relieve themselves from the unthinkable guilt of condemning their children to the same fate they resigned to. Some of them they would go so far in their envious hatred of our Eternity that they would attack and try their best to hurt our bodies fatally and go as far as murder us in the name of the Sacred Cycle.

That’s part of the reason why it is almost impossible for a Worm-Candy child to ever get through the gates of Eternity having been born in a family of necros.

Καραντίνα, μέρα 11.

Ξυπνήσαμε και βρήκαμε τον Μάθιου στο σαλόνι, κοιμισμένο, με το πρόσωπο κολλημένο στο παράθυρο και το στόμα ανοιχτό. Η ανάσα του σχηματίζει ένα φωτοστέφανο από ατμό στο τζάμι και δεν μπορώ να δω έξω. Ίσως είναι καλύτερα. Την τελευταία φορά που κοίταξα είδα έναν άντρα να πεθαίνει απ’ την πείνα σε στάση ζητιάνου, σ’ αυτές τις περίτεχνες τάσεις ικεσίας που έχουν αναπτύξει εδώ κι η συγκεκριμένη θύμιζε τη στάση Utkatasana της yoga, αυτή που μοιάζει σα να πρόκειται να απογειωθείς ανά πάσα στιγμή τραβηγμένος απ’ τα χέρια στον ουρανό. Αντ’ αυτού, μια γυναίκα, επίσης άστεγη, τον πλησίασε και, αφού του έκλεισε τα μάτια, του αφαίρεσε τη μάσκα και τα γάντια από τα χέρια του για να τα φορέσει. Η μάσκα ήταν σχεδόν κατεστραμμένη αλλά αυτά τα γάντια ήταν καινούργια κι ωραία. Τα πέταξαν στους δρόμους με ελικόπτερο την προηγούμενη Δευτέρα. Βγαίνουν σε όλους τους τόνους δέρματος κι είναι 100% βιοδιασπώμενα και λιπασματοποιήσιμα, φτιαγμένα από φυτικές ίνες που φιλοξενούν βακτηριακές καλλιέργειες φιλικές προς αυτές που ζουν στο ανθρώπινο δέρμα κι εχθρικές προς τον Ιό. Σκέφτηκα πόσο θα ταίριαζαν στον Μάθιου, έτσι που είναι ντυμένος τη διάφανη τζιλέμπα που η Χάνα του χάρισε τα τελευταία Χριστούγεννα, με την υπόσχεση πως θα τον θεράπευε από τις αϋπνίες του και που τώρα βλέπω μπροστά μου πως είναι αλήθεια.

Κατευθυνόμαστε προς τον ήχο της καφετιέρας και βρίσκουμε δίπλα της τον Κρίστιαν σκυμμένο πάνω από το λάπτοπ του. «Έβαλαν πρόστιμο σε μια γιαγιά 92 χρονών στο Alcalá de los Gazules», μου λέει, καθώς σερβίρει καφέ στο φλιτζάνι μου. «Γιατί;», τον ρωτήσαμε. «Την βρήκαν στο δρόμο να κυκλοφορεί χωρίς άδεια. Είπε ότι πήγε να πάρει φάρμακα για την εγγονή της που είναι άρρωστη. Αλλά δεν είχε απόδειξη από το φαρμακείο». «Ω… Μα δεν μπορούσε να τους δείξει τα φάρμακα τουλάχιστον;», ρωτήσαμε συμπονώντας ξαφνικά την άγνωστη κυρία. «Ναι, αυτό σκέφτηκα κι εγώ, αλλά φαίνεται πως δεν είχε τίποτα στα χέρια της που να αποδεικνύει ότι βγήκε να αγοράσει κάτι. Έτσι πρότειναν να ψάξουν την τσάντα και τις τσέπες της και τότε ξέρεις τι έκανε; Δε θα το πιστέψεις! Σήκωσε τη φούστα της και κατέβασε την κιλότα της μπροστά τους και γέλασε στα μούτρα τους! «Τι; Τι λες!». «Ναι, ναι, και μέσα στο γέλιο της φώναξε, “Στην concha μου τα πρόστιμά σας! Χαχαχαχα! Στην concha μου!!!”». Εκεί ο Κρίστιαν έκανε μια πολύ θεατρική φιγούρα με την κουβέρτα που είχε τυλιγμένη γύρω απ’ τη μέση του κι ακόμα κι η Ρεμπέκα σταμάτησε την πρωινή της στερεοτυπική ρουτίνα απολύμανσης και ήρθε κι αυτή στο τραπέζι κι ο Μάθιου ξύπνησε και κοίταξε γύρω του αλαφιασμένος και μετά κοίταξε έξω και είπε μόνος του: «Έχει ομίχλη σήμερα;» και βρήκε ένα αποτσίγαρο ανάμεσα στα δάχτυλα και σηκώθηκε να βρει αναπτήρα, ενώ ο Κρίστιαν συνέχιζε με την ενσάρκωση της γριάς Βαυβώς. «Τι είναι “concha”;», τον ρώτησε η Ρεμπέκα, περνώντας μια μαντήλα γύρω απ’ το κεφάλι του Κρίστιαν και φέρνοντας έναν καθρέφτη στο ύψος των ματιών του για να την δέσει όπως τον βόλευε. «Α, “κόντσα” σημαίνει κοχύλι. Αλλά είναι μια συνηθισμένη λαϊκή μεταφορά για το γυναικείο αιδοίο», της εξήγησε ο Κρίστιαν. Και μετά, με τη μαντήλα τυλιγμένη στο κεφάλι, σήκωσε πάλι την κουβέρτα-φούστα δείχνοντας με το χέρι από κάτω κι επανέλαβε τη φράση: «Στην concha μου τα πρόστιμά σας!!!!!», κοιτώντας τα πρόσωπά μας ένα-ένα για να δει αν γελάμε. «Χαχα, Κρίστιαν, είναι τέλεια η ιστορία που φαντάστηκες, ας βγούμε στο δρόμο να την αναπαράγουμε!», είπαμε χτυπώντας τρυφερά με το κεφάλι μας τον ώμο του. «Κάτσε, νομίζετε ότι την έφτιαξα εγώ; Είναι αληθινή η ιστορία, τη διάβασα σήμερα στο twitter της Ανδαλουσιανής αστυνομίας», είπε ο Κρίστιαν αφαιρώντας τη μαντήλα και στρέφοντας προς το μέρος μας την οθόνη του υπολογιστή για να μας δείξει. «Αλήθεια; Για κάτσε να δω», έκανε η Ρεμπέκα και καθίσαμε όλες μας μπροστά απ’ την οθόνη για να ανακαλύψουμε τι είχε συμβεί.

Τελικά, με βάση την έρευνά μας, η επίσημη εκδοχή της ιστορίας που είχε δημοσιευθεί στο twitter της αστυνομίας ήταν πάνω-κάτω ανεκδοτική, αλλά η Γριά Βαυβώ, όπως ονομαζόταν η γιαγιά της ιστορίας, είχε τη δική της ιστοσελίδα, όπου κατέγραψε τη δική της εκδοχή υποστήριζοντας πως δύο αστυνομικίνες την είχαν ψάξει από πάνω μέχρι κάτω για να βρουν τελικά το μικρό σακουλάκι με τη θαυματουργή ρίζα, που προοριζόταν για να σώσει την εγγονή της από τον Ιό, κρυμμένο στη λουλουδάτη κιλότα της.

Η ιστοσελίδα της Γιαγιάς Βαύβω, πέρα από αυτήν την τελευταία μαρτυρία, ήταν αφιερωμένη στις θεραπευτικές ιδιότητες διαφόρων φυτών, καθώς και οδηγίες για το πώς να τα προμηθευτούμε, τις συνθήκες που χρειάζονται για να τα καλλιεργήσουμε, αναλυτικές συνταγές για την ακριβή χρήση τους, τις ιεροτελεστικές δράσεις που πρέπει να τα πλαισιώνουν, διαλογισμούς για το πριν και το μετά, συστήματα δίαιτας και νηστείας που ενισχύουν τη δράση τους, καθώς και εγχειρίδια σπουδής και ερμηνείας ονείρων και τεχνικές ονειρογένεσης, εγχειρίδια τόσο για χρήστες όσο και για σαμάνους, αφού, όπως υπενθύμιζε συχνά η Γριά Βαυβώ σε διάφορα σημεία των άρθρων της, οι πρακτικές στις οποίες αναφέρεται έπρεπε να εφαρμόζονται με προσοχή, υπό την επίβλεψη κάποιας που θα έπαιρνε το ρόλο πνευματικής οδηγού.

Τα τελευταία ποστ έδειχναν την αλληλογραφία της Γριάς Βαυβώς με τη σαμάνα της νοτιοαφρικανικής φυλής Xhosa, όπου εξελισσόταν η από κοινού τους έρευνα σχετικά με μητροπαράδοτες αφρικανικές πρακτικές ίασης, που πολλές φορές αφορούσε την αποκωδικοποίηση και μετάφραση των γραφικών μοτίβων που χρησιμοποιούσαν οι άντρες της φυλής για να διακοσμήσουν τα χαρακτηριστικά, παραδοσιακά, κεραμικά δοχεία που έφτιαχναν, ενώ οι γυναίκες της φυλής Xhosa διακοσμούσαν με τα ίδια τα σώματα όλων των μελών, κατά τη διάρκεια της τελετής ενηλικίωσης, στα 13 τους χρόνια. Στα τελευταία τους entries, φαίνεται να ανακαλύπτουν ότι ο Ιός είναι μια παραλλαγή ενός ιικού στελέχους που ήταν υπεύθυνο για μια αρχαία, πολυτραγουδισμένη για τους Xhosa τραγική περίοδο στην ιστορία κι ότι έπρεπε να αντιμετωπιστεί με την τελετουργική χρήση της ρίζας του ονείρου, απ’ όλη τη φυλή ταυτόχρονα. Με αυτό κατά νου και όταν ήταν σίγουρη για την ερμηνεία των στοιχείων που συνέλεξαν μαζί με την Cebisa, τόσο από μαρτυρίες και αντικείμενα των Xhosa όσο και από τα όνειρά τους, η Γριά Βαυβώ άρχισε να καλλιεργεί εδώ και λίγους μήνες στην περιφέρεια των Λευκών Χωριών λουλούδια του ονείρου, ώστε να είναι προετοιμασμένη για την αντιμετώπιση της επερχόμενης πανδημίας.

«Από τη ρίζα του ονείρου, που οι Xhosa ονομάζουν ubulawu ή Ubhubhubhu, φυτρώνει το λευκό λεπτεπίλετο λουλούδι που οι σαμάνοι ονομάζουν iindlela zimhlophe και σημαίνει λευκοί δρόμοι/μονοπάτια. Το Ubulawu προέρχεται από τη λέξη ukulawula, που στη διάλεκτο του σημαίνει ερμηνία των ονείρων. Η άλλη του ονομασία, το Ubhubhubhu σημαίνει ραγδαίο και αναφέρεται στην αστραπιαία δράση με την οποία το φάρμακο αυτό φέρνει θεραπεία ενάντια σε κακόβουλες ουσίες και σκοτεινές μαγείες. Οι Xhosa πίστευαν ότι το Ubulawu άνοιγε μια πύλη επικοινωνίας με τους προγόνους…», διαβάζαμε κάτω από μια φωτογραφία που έδειχνε τη Γριά Βαυβώ να κρατάει στο χέρι της ευλαβικά ένα αθώο λευκό λουλούδι.

Η γιαγιά Βαυβώ λοιπόν, υποστηρίζει ότι η ρίζα του ονείρου θεράπευσε την ανιψιά της και ότι τώρα ήταν η ώρα να την μαζέψει για να θεραπεύσει την κόρη της. Πιστεύει ότι σύντομα θα χρειαστούμε πολύ μεγαλύτερες ποσότητες ρίζας ονείρου και συνιστά την καλλιέργεια και τη χρήση της από όλους αυτόν τον καιρό και δίνει οδηγίες επί αυτού, αλλά ταυτόχρονα προειδοποιεί με επιμονή ότι το Ubhubhubhu προκαλεί βαθιά όνειρα, από τα οποία μπορεί να μην ξυπνήσει ποτέ, χωρίς την απαραίτητη καθοδήγηση.

Αγνοώντας όλα αυτά, οι αστυνομικίνες θεώρησαν ότι «η γιαγιάκα τα ‘χει χάσει« και την άφησαν να κρατήσει το «σάκο με το τζίντζερ», όπως σημείωναν στην αναφορά τους. Της έβαλαν μόνο 600 ευρώ πρόστιμο επειδή βγήκε απ’ το σπίτι χωρίς δικαιοδοσία και την άφησαν να φύγει προειδοποιώντας την πως το πρόστιμο θα ήταν διπλάσιο την επόμενη φορά που θα την έπιαναν.

Ο Μάθιου, που αντί ν’ ακούει είχε ανοίξει ένα μπουκάλι λευκό κρασί και χόρευε disco με την ηλεκτρική σκούπα, υπό το διακεκομμένο, φαρμακερό βλέμμα της Ρεμπέκα, ήρθε τώρα να ζητήσει καπνό από τον Κρίστιαν. Ο Κρίστιαν, που μισούσε τη disco και βασανιζόταν σιωπηλά τα τελευταία 20 λεπτά, έβαλε στο χέρι του Μάθιου τον καπνό χωρίς να τον κοιτάξει.

«Μάθιου;», ρωτήσαμε καθώς ξαφνικά θυμηθήκαμε ότι, αν και ήταν αδύνατο να τον φανταστούμε σε οποιοδήποτε πλαίσιο εκτός από αυτό που είχαμε μπροστά μας αυτή τη στιγμή, είχε μεγαλώσει στο Cape Town. «Ξέρεις τίποτα σχετικά με τους Xhosa και τη ρίζα του ονείρου;« και του δείξαμε το αθώο λευκό λουλούδι στην οθόνη. Προς έκπληξή μας, ο Μάθιου το αναγνώρισε αμέσως. «Θυμάμαι τη μητέρα μου να μιλάει γι’ αυτό, στο Cape Town το βρίσκεις στα παρα-φαρμακεία με την ονομασία Silene capensis και το χρησιμοποιούν οι γιατροί-μάγοι που εμπιστεύονται οι ντόπιοι για τα προβλήματα υγείας τους», είπε ο Μάθιου κι έκατσε σε μια καρέκλα δίπλα στο παράθυρο για να καπνίσει. «Πήγες ποτέ να τους επισκεφτείς;», ρωτήσαμε λαίμαργα. «Όχι, δεν ήταν συνηθισμένο για μας. Η μητέρα αναφερόταν σ’ αυτούς μόνο όταν ήθελε να πει κάτι ρατσιστικό για τους ντόπιους. Το λουλούδι το ξέραμε γιατί φύτρωνε από μόνο του στον μίνι γκολφ που είχαμε τον κήπο. Η μητέρα είχε ζητήσει απ’ τον κηπουρό να το ξεριζώνει, ωστέ η οπτική του παρουσία να μην διαταράσσει το παιχνίδι, μέχρι που κάπου άκουσε ότι φέρνει καλή τύχη και αφθονία. Τότε του ζήτησε να το αφήσει να φυτρώνει, αλλά αυτός συνέχισε τη δουλειά του όπως πριν». «Δηλαδή, πιστεύεις ότι το χρησιμοποιούσε για θεραπευτικούς σκοπούς;», τον ρώτησε η Ρεμπέκα. «Όχι, νομίζω ότι οι παραδοσιακές θεραπευτικές πρακτικές είχαν παραπέσει πολύ καιρό πριν, αλλά η χρήση των θεραπευτικών φυτών είχε πλέον ψυχαγωγικό χαρακτήρα για πολλούς ντόπιους που αναζητούσαν κάποιο τρόπο να ξεφύγουν από τη μιζέρια τους. Δεν το είχα σκεφτεί πιο πριν, αλλά πολύ πιθανό ο κηπουρός μας να ήξερε τι ήταν το Silene και να το χρησιμοποιούσε αναλόγως. Αναρωτιέμαι αν είχε κάποια σχέση μ’ αυτό το λουλούδι η ασταθής συμπεριφορά του…. Κάποιες φορές, σε συγκεκριμένες περιόδους, ξεχνούσε να έρθει στη δουλειά, ενώ άλλες έκανε αρκετά λάθη στον κήπο. Οι γονείς μου παραπονιούνταν συχνά γι’ αυτόν στους φίλους τους και ρωτούσαν αν ο δικός τους κηπουρός αλλάζει τόσο πολύ όταν έρχεται η Άνοιξη. Τα πρώτα χρόνια το θεωρούσαν χαριτωμένο κι έκαναν αστεία μεταξύ τους, αλλά μια φορά όταν ο Rolihlahla δεν πότισε την αγαπημένη πρωτέα της μητέρας, που κοσμούσε την πρόσοψη κι αυτή μαράθηκε, τον απέλυσαν χωρίς συζήτηση και δεν ξαναμιλήσαμε γι’ αυτόν…». Το βλέμμα του Μάθιου ταξίδεψε κάπου πολύ μακριά για μια στιγμή. Και μετά, με φωνή αλλαγμένη, είπε, αργόσυρτα, «Μια φορά με τον αδερφό μου ακούσαμε θόρυβο στη μέση της νύχτας και τρέξαμε στο σαλόνι. Είδαμε τη μητέρα στο κατώφλι της πόρτας, με την καραμπίνα στο ένα χέρι και το λουρί στο άλλο, να κρατάει τα σκυλιά που μαίνονταν. Ακούσαμε το αυτοκίνητο του πατέρα να παίρνει μπρος. Η μητέρα μας είδε και μας πρόσταξε να γυρίσουμε γρήγορα στο κρεβάτι μας. Εμείς αντί αυτού τρέξαμε στο δωμάτιό της, που κοιτούσε στην ίδια πλευρά του κήπου κι ανοίξαμε το παράθυρο για να δούμε τι συνέβαινε. Εκεί είναι που δε θυμάμαι πολύ καλά τι έγινε… Ή μάλλον, εγώ θυμάμαι ότι είδα τον πατέρα να κυνηγάει κάποιον στον κήπο με το αυτοκίνητο και να του φωνάζει κάτι απ’ το παράθυρο. Ο άλλος δεν απαντούσε αλλά όλο έτρεχε κι όλο σκόνταφτε κι όλο σηκωνόταν. Θυμάμαι τον πατέρα να χτυπάει μία-μία τις πίστες του μίνι γκολφ με το αυτοκίνητο ενώ κυνηγούσε τον άγνωστο κλέφτη. Μετά θυμάμαι μια κραυγή κι ένα γδούπο και το αυτοκίνητο να πηγαίνει μπρος-πίσω πάνω απ’ το ίδιο σημείο και το γδούπο να επαναλαμβάνεται ξανά και ξανά. Θυμάμαι που τα σκυλιά του πατέρα σταματήσανε το γάβγισμα, τα θυμάμαι να τρέχουν σέρνοντας πίσω τους τα λουριά τους ξέφρενα, να ξεχύνονται στο γήπεδο και να εξαφανίζονται κάτω από το τζιπ. Μετά τη μητέρα να ανεβαίνει στο υπνοδωμάτιο, ν’ ανάβει το φως, να ουρλιάζει και να μας σέρνει στο δωμάτιό μας από τα ρούχα, να βαράει την πόρτα πίσω της και να κλειδώνει για να μην ξαναβγούμε. Την άλλη μέρα κλείδωσε το PlayStation στην αποθήκη και δε μας ξανάδωσε χαρτζιλίκι μέχρι τα επόμενα Χριστούγεννα. Ο αδερφός μου δεν θυμάται αυτήν την ιστορία και οι γονείς μου την τοποθετούν σε μία περίοδο που έβλεπα εφιάλτες και κατουριόμουν στον ύπνο μου. Λένε πως αυτή η ιστορία πρόκειται για έναν από εκείνους τους επαναλαμβανόμενους εφιάλτες, που τελικά σταμάτησαν όταν με έστειλαν στους θείους μου στην Ολλανδία να περάσω το καλοκαίρι…». Ολοκλήρωσε την ιστορία του κι έκανε να πάρει μια τζούρα από το τσιγάρο στο χέρι του, είχε όμως σβήσει. Η playlist είχε προχωρήσει μόνη της κι από τα ηχεία έπαιζε τώρα το Spacer Woman. Η Ρεμπέκα σηκώθηκε κι άρχισε να στουμπώνει νευρικά την καφετιέρα με καφέ. Ο Κρίστιαν, που είχε ζαρώσει στην καρέκλα του με τα στρογγυλά του μάτια να πετάγονται απ’ τις κόγχες τους λίγο πιο πολύ απ’ ό,τι συνήθως, πήγε να φέρει νερό για βράση. Δεν μπορούσαμε να βγάλουμε απ’ το μυαλό μου την ιστορία του Μάθιου. «Πιστεύεις ότι ο πατέρας σου χτύπησε με το αυτοκίνητο τον κηπουρό, που ήρθε το βράδυ για να κλέψει Silene capensis από τον κήπο;», ρωτήσαμε, μην πιστεύοντας αυτό που έβγαινε από το στόμα μας. Ο Μάθιου ανασήκωσε τους ώμους, κόμπιασε μια στιγμή, μετά είπε, «Είμαι σίγουρος ότι ο πατέρας μου χτύπησε με το αυτοκίνητο κάποιον… που είχε πηδήξει πάνω από την πύλη για να κλέψει. Το Cape Town είναι χωρισμένο σε δύο πόλεις με διαφορές ανάγκες και κανόνες. Οι γονείς μου κι οι φίλοι τους φοβούνταν πολύ τους ντόπιους. Κυκλοφορούσαν ιστορίες απαγωγής λευκών από φυλές που μετά τους μαγείρευαν και τους έτρωγαν ζωντανούς… Οπότε τα μέτρα που έπαιρναν οι γονείς μου κι οι φίλοι τους για να προστατεύσουν τις οικογένειές τους ήταν πολλές φορές δραστικά… Σίγουρα όμως δεν θα έφταναν τόσο μακριά αν δεν ήξεραν ότι η νομοθετική εξουσία του Cape Town δεν είχε καμία δικαιοδοσία στα “χωράφια” τους». Όπως και να ‘χει, ποτέ κανείς δεν μας ζήτησε λογαριασμό για το περιστατικό και ποτέ κανείς δεν πήρε την ανάμνησή μου στα σοβαρά. Και κανείς δεν μπορεί να ξέρει με σιγουριά σε ποιον ανήκε η σκοτεινή σιλουέτα που έτρεχε στον κήπο εκείνο το βράδυ…», είπε ο Μάθιου και μετά σιωπήσαμε για ώρα πολλή, κουνώντας το κεφάλι αφηρημένα στο ρυθμό του τραγουδιού. Μετά ο Κρίστιαν, έπιασε να εξηγεί στο Μάθιου την ιστορία της Γριάς Βαυβώ για να ελαφρύνει η ατμόσφαιρα. Τότε εκείνος άρχισε να υποστηρίζει πυρετωδώς τη θεωρία της και να επιμένει ότι πρέπει να προμηθευτούμε το συντομότερο δυνατόν Silene Capensis ώστε να θωρακιστούμε απέναντι στον Ιό. Στο ίδιο πνεύμα, η Ρεμπέκα, άρχισε να διαβάζει τις οδηγίες για την προμήθεια και την καλλιέργεια της ρίζας και ν’ ανοίγει όλα τα threads στην ιστοσελίδα το ένα μετά το άλλο μέχρι που, χωρίς να καταλάβουμε πώς, ο προβολέας άστραψε και στον τοίχο του σαλονιού μας εμφανίστηκε η Γριά Βαυβώ, να κεντάει ένα πόντσο, καθισμένη στην κουνιστή της πολυθρόνα, κάτω από μια σύνθεση από κεραμικά πιάτα, διακοσμημένα με αραβο-ανδαλουσιανά μοτίβα, ντυμένη μ’ ένα λουλουδάτο φόρεμα μασουλώντας νωχελικά το ασημένιο καλαμάκι που ξεπρόβαλλε από ένα χρυσοποίκιλτο δοχείο μάτε. Τότε η Γιαγιά Βαυβώ σήκωσε το βλέμμα της από το κέντημά της και μας κοίταξε στα μάτια.

Η πολυθρόνα σταμάτησε να κινείται. Η μουσική σταμάτησε να παίζει.

Αργότερα, όταν μιλήσαμε γι’ αυτό, η καθεμιά μας έλεγε με σιγουριά ότι η Γριά Βαυβώ είχε στραφεί στα δικά της μάτια, μόνο στα δικά της, κι ότι είχε απευθυνθεί σ’ εκείνην και μόνο εκείνην κι ότι η καθεμιά είχε μια συζήτηση μαζί της που δεν μπορούσε να αποκαλύψει σε κανέναν άλλον.

Μετά από αυτό, συνέβησαν διάφορα πράγματα που δεν μπορούμε ακόμα να βάλουμε σε μια σειρά μεταξύ μας για να συνθέσουν μια κοινή εμπειρία.

Αλλά όλα ξεκίνησαν όταν, αμέσως μετά τη συνομιλία με τη Γριά Βαυβώ, και όντας όλοι μας βαθύτατα εντυπωσιασμένες, η Ρεμπέκα έκανε στην άκρη την ηλεκτρική σκούπα για να καθαρίσει το παρκέ, που ήταν πολύ ευαίσθητο σε γρατζουνιές κι ήθελε φροντίδα. Ζήτησε τη βοήθειά μας για να σηκώσουμε μαζί το χαλί και να καθαρίσουμε από κάτω. Αυτό ήταν κάτι που κανείς μας ποτέ δεν είχε κάνει, καθώς το χαλί κάλυπτε το πάτωμα και έκρυβε ικανοποιητικά τη σκόνη κι ό,τι άλλο μπορεί να χε μαζευτεί από κάτω. Όμως στην τελευταία συνέλευση για το σπίτι είχαμε αποφασίσει ότι θα καθαρίζαμε λίγο πιο εξονυχιστικά για να είμαστε σίγουρες ότι προσφέρουμε η μία στον άλλο την υψηλότερη πιθανή αποστείρωση, ασφάλεια και προστασία απέναντι στον ιό. Έτσι βοηθήσαμε τη Ρεμπέκα κι ανασηκώσαμε όλες μαζί το χαλί. Ήταν πολύ βαρύ. Πήρε πολλή ώρα. Μετά βρήκαμε το πηγάδι που ήταν κρυμμένο από κάτω του.

«Διψάω τόσο πολύ», είπε η Ρεμπέκα. Και μας έπιασε όλους μια δίψα βαθιά. Δίπλα στο χέρια μας, που στηρίζονταν στο στόμιο του πηγαδιού, κρεμόταν ένα σχοινί που οδηγούσε ευθεία κάτω, εκεί που δεν έφτανε το βλέμμα μας αλλά όπου έπρεπε να υπάρχει νερό, γιατί ένιωθες την υγρασία να σε χτυπάει καταπρόσωπα όταν χαμήλωνες το κεφάλι, κι από όπου ακουγόταν μόνο ένα μακρινό βουητό, σαν άνεμος. Αρχίσαμε όλοι μαζί να ανεβάζουμε το σχοινί μέχρι που εμφανίστηκε ο πελώριος κουβάς. Ήταν άδειος, γιατί είχε μια μικρή τρύπα στον πάτο, αλλά ήταν καλυμμένος με βρύα, ποτισμένα μ’ ένα υγρό διάφανο. Αποφασίσαμε να κατέβουμε για να πιούμε με τα χέρια. Ο κουβάς ήταν τόσο μεγάλος που χωρούσε άνετα όλες μας μέσα. Αλλά κάποιος έπρεπε να μας κατεβάσει και να μας ξανατραβήξει πάνω αφού χορτάσουμε νερό. Δώσαμε την αλυσίδα στον Μάθιου και τον Κρίστιαν που μας κατέβασαν και τις τρεις μας σιγά σιγά.

Μετά…

Δεν ξέρω αν μπορώ να το αποτυπώσω, αλλά θα προσπαθήσω.

«…μετά βρισκόμαστε στο νησί. δεν μπορώ ν’ αποφασίσω αν το είχα επισκεφτεί πρώτη φορά στην πραγματικότητα ή στον ύπνο μου. δυο παραλίες. διαλέγουμε τη δύσκολη. ένας κατακόρυφος γκρεμός οδηγεί στην χρυσαφένια αμμουδιά. νόμιζα ότι είναι μόνο η αντανάκλαση του ήλιου, αλλά είναι αληθινά γεμάτη πολύτιμα πετράδια. ζώα που δεν είχα ξαναδεί μας περιτριγυρίζουν, σκύβουν το κεφάλι και πίνουν νερό. ένας άνθρωπος, με καλυμμένο το πρόσωπο εμφανίζεται στην κορυφή του γκρεμού και μας πυροβολεί ένα-ένα. τα πουλιά πέφτουν σα χαλάζι απ’ τον ουρανό. οι σκαντζόχοιροι γίνονται ένας σωρός βελόνες. εμείς κρυμμένες μέσα στην άμμο παρακολουθούμε μέχρι που φεύγει. τότε σκάβουμε στο χώμα και ξεθάβουμε αβοκάντο, βουτάμε τα δάχτυλα στην τρυφερή πράσινη σάρκα και τα καταβροχθιζουμε. θάβουμε τα ζώα, που μεταμορφώνονται αμέσως σε πολύτιμα πετράδια και σαρκόφυτα και στη θέση του κυνηγού, ο μπαμπάς τώρα, στην κορυφή του λόφου, μας κάνει σήμα ότι είμαστε ασφαλείς, στριφογυρίζοντας ένα πορτοκάλι στο αριστερό του χέρι. το δεξί το κρατάει πίσω από την πλάτη. εκεί που δεν φτάνω να δω. ζωντανοί και νεκροί είναι το ίδιο στο όνειρο. η μαμά κι η νονά με τα μάτια τυλιγμένα σε επιδέσμους τρώνε βολβούς τουλίπας με τα ακριβά ασημικά της γιαγιάς Ελλάς. η κουρτίνα εισπνέει και στη σκηνή βγαίνει τώρα η θεία Ευπραξία, με το καπέλο της με τον ταριχευμένο αετό να αιωρείται λίγο πάνω απ’ το κεφάλι της. φτύνει στάχτες από φύλλα δάφνης και διαβάζει με αντρική φωνή ένα κομμάτι χαρτί που φλέγεται: «Μια στρατιά ηλιοβασιλέματα στριφογυρίζουν με τα χέρια σφιχτοδεμένα θέλουν να με τυφλώσουν ουρλιάζουν με τα μάτια τους καρφωμένα μέσα μου κόκκινα σαν αίμα στο χιόνι και θέλω να γίνω ένα μ’ αυτό το κόκκινο και θέλω να γίνω ένα μ’ αυτό το χιόνι μια σπίθα μέσα σε μια πέτρα που συνθλίβεται από μια γλώσσα φλόγες κοριτσάκια από χαρτί που έκοψα ανάποδα κι αντί για γιρλάντα έγιναν ένα σύνολο από ασύνδετους κλώνους, μόνο τα χέρια τους τώρα μόνο τα χέρια μας έχουν μείνει έξω απ΄το νερό, μόνο τα χέρια μας μάς κρατάνε τώρα, μόνο τα χέρια μου κράτα, όλα τ’ άλλα ας ξεχαστούν», και το χαρτί αναλώνεται στις φλόγες κι η θεία Ευπραξία σταματάει την απαγγελία με μια κοφτή άνω τελεία, κοιτάει ευθεία μέσα στα μάτια μου τα μάτια της δεν έχουν κόρη και νιώθω ότι πέφτω. πάνω απ’ το κεφάλι μου η κουρτίνα εκπνέει. την κάνω πέρα και δε βρίσκω θεία. μόνο μια άκρη από φουστάνι ή σεντόνι μαγκωμένη ανάμεσα στα παραθυρόφυλλα. σπρώχνω ν’ ανοίξουν μα τίποτα. ο κόσμος έξω άδειος. ψυχή στο δρόμο. μόνο ένα ρίγος με διαπερνάει, ενώ δεν φυσάει καθόλου.

Είναι 20.00 τώρα. Οι γείτονες βγαίνουν στα μπαλκόνια και χειροκροτούν, παρόλο που κανείς δεν υποκλίνεται και το έργο τέλειωσε πριν ώρα. Τα πρόσωπά τους φωτίζουν όλα τα παράθυρα σαν τρύπες στον ήλιο. Θέλω κι εγώ να χειροκροτήσω μα ο ήχος που κάνουν τα χέρια μου μού κάνει εντύπωση. Τα φέρνω μπροστά στα μάτια μου και βλέπω πως είναι και τα δυο δεξιά και σα να μην έφτανε αυτό, αποπνέουν μια έντονη μυρωδιά από πορτοκάλι. Κλείνω τα παραθυρόφυλλα και τα μάτια μου ανοίγουν, ξυπνάω στο σαλόνι, πάνω στο χαλί. Η Ρεμπέκα ανοίγει τα μάτια διάπλατα, ο Κρίστιαν μαγειρεύει Gado Gado, εμείς καθαρίζουμε το τζάμι απ’ την ανάσα του Μάθιου με οινόπνευμα. Κοιτάμε μαζί έξω για να θαυμάσουμε το έργο (μας), μα δε φαίνεται τίποτα ακόμα. «Έχει ομίχλη έξω», λέμε ταυτόχρονα. «Η θολούρα δεν είναι στο τζάμι, ούτε στο μάτι, η θολούρα είναι στον αέρα», σιγοτραγουδάει ο Κρίστιαν απ’ την κουζίνα, λιώνοντας ρυθμικά σκόρδο στο γουδί. «Δεν μπορώ να τραβήξω τίποτα πια», λέει η Ρεμπέκα και σβήνει την κάμερα. Ο Μάθιου σβήνει το φως.

Daphne Xanthopoulou is a musician based in Barcelona, Spain. She has published some of her writing in Golfo Magazine, Teflon and Thraca and some of her music in Sonospace and Crystal Mine net and cassette labels. In her work she likes to experiment with the notions of queer theory, de-colonialism, ecology, communal storytelling and healing, neo-materialism, cybernetics and consciousness. She is part of Cachichi, a collective that focuses on new music and its intersection with contemporary art and thought.