ΤΟ ΔΕΜΑ

ΔΗΜΗΤΡΑ ΙΩΑΝΝΟΥ

Δεν χρειάζεται ν’ αναπνέουν. Κιτρινίζουν, θα μουχλιάσουν, ξεραίνονται. Μπαίνουν το ένα πάνω στο άλλο και δίπλα στην ίδια συσκευασία. Ούτε αναμνηστικά, ούτε εύθραυστα· πιο πολύ δείγματα. Ακόμα ένα. Λίγα. Μου τα έδωσαν ή τα βρήκα. Αν τα δεις όλα μαζί, μοιάζουν σε αναμονή κι όχι αδρανή στο περιτύλιγμά τους―συγκεντρώθηκαν· θα φθάσουν κάπου. Η σαύρα τυλίγεται τελευταία.

Ταχυδρομούνται σαν συστημένα. Ούτε σημαντικά, ούτε δώρα. Τα στοιχεία του αποστολέα είναι ίδια με του παραλήπτη. Κανονικά το δέμα θα φθάσει σε δέκα, δεκαπέντε μέρες κι αν καθυστερήσω ίσως το παραλάβω έναν μήνα αργότερα. Μέχρι τότε θα είναι αγνώριστα. Να μην ανοιχθεί. Θα επιστρέψουν σε προχωρημένη αποσύνθεση. Θα πρέπει να τα θυμάμαι όπως ήταν. Ούτε οικειότητα, ούτε νοσταλγία. Η σαύρα ήταν πράσινη, χωρίς ουρά, μεγαλύτερη από τα υπόλοιπα. Μια αργή οργανική διαδικασία.

Τα κοιτάζω ένα ένα εδώ και ώρα. Μέσα στα μικρά πλαστικά φύλλα με τις κυψέλες θολώνουν κι έχω τη συνέχεια.