Daphne Xanthopoulou

The Coronavirus Pandemic Was Caused By The Sun,

subtitles: i.¨A digital trace is purely undead. Not because it will never die. But because it will never. Live.”, (from Unsound:Undead, AUDINT, The MIT Press, 2019)
ii. As you step into this unit fully believe you are walking into your own immune system. 2. Treat each room as if it were you yourself, as if it were a direct extension of you. 3. There is not much to know about the Outside, except that on The Outside everything is possible and on The Inside everything is safe (from Directions For Use of the Reversible Destiny Lofts)

Scene I
Ido is combing his hair by the window singing a lullaby his mother taught him before she fell in love with the Bengali belly-dancer and ran away with her to the Dead Lands, where the people that want to experience Death find a way out of the Immortality Regime. The more he would comb his long silky curls, the more they would turn from white to black and once they had reached the darkest black they would start fading to grey and then to white again, and that’s how it would go on forever, from night sky to day sky, from future to past, from male to female, from old to young, ever since we realized that life and death were shades of the same color and that dying and being reborn is as easy as falling asleep and waking up, as effortless as blinking your eyes and as smooth as air enters and exits your lungs.
As soon as this was known, we built Reversible Destiny Lofts to protect us from the Outside in order to reach our full living capacity, which is infinite, and we became The Eternals.

As opposed to us, the “Necros”, were the ones that chose to stay close to nature, away from the walls of our Fortress of Health, to slowly sink into their fatalistic swamp eroded by an illusion of cosmic purpose, trapped in the pursuit of the blinding light of an eternal return, the deluded guardians of the circle of life with the spiral or the ouroboros as their symbols. They would worship the divinities of Life and Death equally, in the same temple. They would consider death as the labor necessary for the production of life. They would bury their dead in a foetal position, with a chord tying their belly-buttons to the Earth, waiting to be reborn as a stone.

Their temple was the forest and in its shady caverns, they would live a life dedicated to the wisdom of nature, write haikus to celebrate every new circle of a tree, they would sing songs to commemorate the passing of the seasons – COMMEMORATE FOR WHO? The mere thought of my mother´s body slowly turning into food for their worm farm, their stubbornness a noose around her neck, condemning to a mad waste of precious genome – It makes me sick!!! That is, if I could get sick. But fortunately, that’s not possible anymore-, τhey would offer their bodies to the fungi and they would site Einstein´s study on the historical importance of worms.

They would preach the temporality of the human life as a mere step on the journey of existence. The Human Window, as they would call it, was only a stage in the journey of the Vital Energy, that has to pass from all forms of life, sentient and insentient and this passing for them is existence, time, the world itself and Eternity. In that sense they consider themselves Immortal too, and that’s how they like to call their hopeless cult. They perceive life as a periodical wave of energy that propagates through consequent bodies, carrying significant information from one strategic cosmic node to another, weaving the tissue of a story of Harmony and Chaos. We, for them, are flies, hitting against the glass of a lab-tube, the restricted children of Science, eternally infantilized, renouncing our infinite possibilities of transformation, depriving our spirits from the knowledge of what lies beyond the Human Vessel, our stubbornly human bodies monopolizing the Vital Force, blocking the “cosmic energy” from circulating in the Universe and ¨doing the Work¨, manic gatherers of a life founded on the primitive accumulation of health that happened during the ¨Readjustment¨and in this way also culprits for creating an imbalance that causes disruptions to the food-chain, species to go extinct.

This is how far their poor mortal minds can go to justify their vertiginous, self-destructive fall through life. They anyway don’t have enough life-time to develop higher systems of thoughts and their science since the Great Split has retrograded to the animistic traditions of the so-called Native tribes you can read about in the anthropological fiction of the 20th century.

All in all, they would succumb to all the spectrum of madness that a human being experiences as a result of their mortality, an imprint of the irrationally imminent shadow cast by the certainty of death. And that far would they go about their tales, to relieve themselves from the unthinkable guilt of condemning their children to the same fate they resigned to. Some of them they would go so far in their envious hatred of our Eternity that they would attack and try their best to hurt our bodies fatally and go as far as murder us in the name of the Sacred Cycle.

That’s part of the reason why it is almost impossible for a Worm-Candy child to ever get through the gates of Eternity having been born in a family of necros.

Καραντίνα, μέρα 11.

Ξυπνήσαμε και βρήκαμε τον Μάθιου στο σαλόνι, κοιμισμένο, με το πρόσωπο κολλημένο στο παράθυρο και το στόμα ανοιχτό. Η ανάσα του σχηματίζει ένα φωτοστέφανο από ατμό στο τζάμι και δεν μπορώ να δω έξω. Ίσως είναι καλύτερα. Την τελευταία φορά που κοίταξα είδα έναν άντρα να πεθαίνει απ’ την πείνα σε στάση ζητιάνου, σ’ αυτές τις περίτεχνες τάσεις ικεσίας που έχουν αναπτύξει εδώ κι η συγκεκριμένη θύμιζε τη στάση Utkatasana της yoga, αυτή που μοιάζει σα να πρόκειται να απογειωθείς ανά πάσα στιγμή τραβηγμένος απ’ τα χέρια στον ουρανό. Αντ’ αυτού, μια γυναίκα, επίσης άστεγη, τον πλησίασε και, αφού του έκλεισε τα μάτια, του αφαίρεσε τη μάσκα και τα γάντια από τα χέρια του για να τα φορέσει. Η μάσκα ήταν σχεδόν κατεστραμμένη αλλά αυτά τα γάντια ήταν καινούργια κι ωραία. Τα πέταξαν στους δρόμους με ελικόπτερο την προηγούμενη Δευτέρα. Βγαίνουν σε όλους τους τόνους δέρματος κι είναι 100% βιοδιασπώμενα και λιπασματοποιήσιμα, φτιαγμένα από φυτικές ίνες που φιλοξενούν βακτηριακές καλλιέργειες φιλικές προς αυτές που ζουν στο ανθρώπινο δέρμα κι εχθρικές προς τον Ιό. Σκέφτηκα πόσο θα ταίριαζαν στον Μάθιου, έτσι που είναι ντυμένος τη διάφανη τζιλέμπα που η Χάνα του χάρισε τα τελευταία Χριστούγεννα, με την υπόσχεση πως θα τον θεράπευε από τις αϋπνίες του και που τώρα βλέπω μπροστά μου πως είναι αλήθεια.

Κατευθυνόμαστε προς τον ήχο της καφετιέρας και βρίσκουμε δίπλα της τον Κρίστιαν σκυμμένο πάνω από το λάπτοπ του. «Έβαλαν πρόστιμο σε μια γιαγιά 92 χρονών στο Alcalá de los Gazules», μου λέει, καθώς σερβίρει καφέ στο φλιτζάνι μου. «Γιατί;», τον ρωτήσαμε. «Την βρήκαν στο δρόμο να κυκλοφορεί χωρίς άδεια. Είπε ότι πήγε να πάρει φάρμακα για την εγγονή της που είναι άρρωστη. Αλλά δεν είχε απόδειξη από το φαρμακείο». «Ω… Μα δεν μπορούσε να τους δείξει τα φάρμακα τουλάχιστον;», ρωτήσαμε συμπονώντας ξαφνικά την άγνωστη κυρία. «Ναι, αυτό σκέφτηκα κι εγώ, αλλά φαίνεται πως δεν είχε τίποτα στα χέρια της που να αποδεικνύει ότι βγήκε να αγοράσει κάτι. Έτσι πρότειναν να ψάξουν την τσάντα και τις τσέπες της και τότε ξέρεις τι έκανε; Δε θα το πιστέψεις! Σήκωσε τη φούστα της και κατέβασε την κιλότα της μπροστά τους και γέλασε στα μούτρα τους! «Τι; Τι λες!». «Ναι, ναι, και μέσα στο γέλιο της φώναξε, “Στην concha μου τα πρόστιμά σας! Χαχαχαχα! Στην concha μου!!!”». Εκεί ο Κρίστιαν έκανε μια πολύ θεατρική φιγούρα με την κουβέρτα που είχε τυλιγμένη γύρω απ’ τη μέση του κι ακόμα κι η Ρεμπέκα σταμάτησε την πρωινή της στερεοτυπική ρουτίνα απολύμανσης και ήρθε κι αυτή στο τραπέζι κι ο Μάθιου ξύπνησε και κοίταξε γύρω του αλαφιασμένος και μετά κοίταξε έξω και είπε μόνος του: «Έχει ομίχλη σήμερα;» και βρήκε ένα αποτσίγαρο ανάμεσα στα δάχτυλα και σηκώθηκε να βρει αναπτήρα, ενώ ο Κρίστιαν συνέχιζε με την ενσάρκωση της γριάς Βαυβώς. «Τι είναι “concha”;», τον ρώτησε η Ρεμπέκα, περνώντας μια μαντήλα γύρω απ’ το κεφάλι του Κρίστιαν και φέρνοντας έναν καθρέφτη στο ύψος των ματιών του για να την δέσει όπως τον βόλευε. «Α, “κόντσα” σημαίνει κοχύλι. Αλλά είναι μια συνηθισμένη λαϊκή μεταφορά για το γυναικείο αιδοίο», της εξήγησε ο Κρίστιαν. Και μετά, με τη μαντήλα τυλιγμένη στο κεφάλι, σήκωσε πάλι την κουβέρτα-φούστα δείχνοντας με το χέρι από κάτω κι επανέλαβε τη φράση: «Στην concha μου τα πρόστιμά σας!!!!!», κοιτώντας τα πρόσωπά μας ένα-ένα για να δει αν γελάμε. «Χαχα, Κρίστιαν, είναι τέλεια η ιστορία που φαντάστηκες, ας βγούμε στο δρόμο να την αναπαράγουμε!», είπαμε χτυπώντας τρυφερά με το κεφάλι μας τον ώμο του. «Κάτσε, νομίζετε ότι την έφτιαξα εγώ; Είναι αληθινή η ιστορία, τη διάβασα σήμερα στο twitter της Ανδαλουσιανής αστυνομίας», είπε ο Κρίστιαν αφαιρώντας τη μαντήλα και στρέφοντας προς το μέρος μας την οθόνη του υπολογιστή για να μας δείξει. «Αλήθεια; Για κάτσε να δω», έκανε η Ρεμπέκα και καθίσαμε όλες μας μπροστά απ’ την οθόνη για να ανακαλύψουμε τι είχε συμβεί.

Τελικά, με βάση την έρευνά μας, η επίσημη εκδοχή της ιστορίας που είχε δημοσιευθεί στο twitter της αστυνομίας ήταν πάνω-κάτω ανεκδοτική, αλλά η Γριά Βαυβώ, όπως ονομαζόταν η γιαγιά της ιστορίας, είχε τη δική της ιστοσελίδα, όπου κατέγραψε τη δική της εκδοχή υποστήριζοντας πως δύο αστυνομικίνες την είχαν ψάξει από πάνω μέχρι κάτω για να βρουν τελικά το μικρό σακουλάκι με τη θαυματουργή ρίζα, που προοριζόταν για να σώσει την εγγονή της από τον Ιό, κρυμμένο στη λουλουδάτη κιλότα της.

Η ιστοσελίδα της Γιαγιάς Βαύβω, πέρα από αυτήν την τελευταία μαρτυρία, ήταν αφιερωμένη στις θεραπευτικές ιδιότητες διαφόρων φυτών, καθώς και οδηγίες για το πώς να τα προμηθευτούμε, τις συνθήκες που χρειάζονται για να τα καλλιεργήσουμε, αναλυτικές συνταγές για την ακριβή χρήση τους, τις ιεροτελεστικές δράσεις που πρέπει να τα πλαισιώνουν, διαλογισμούς για το πριν και το μετά, συστήματα δίαιτας και νηστείας που ενισχύουν τη δράση τους, καθώς και εγχειρίδια σπουδής και ερμηνείας ονείρων και τεχνικές ονειρογένεσης, εγχειρίδια τόσο για χρήστες όσο και για σαμάνους, αφού, όπως υπενθύμιζε συχνά η Γριά Βαυβώ σε διάφορα σημεία των άρθρων της, οι πρακτικές στις οποίες αναφέρεται έπρεπε να εφαρμόζονται με προσοχή, υπό την επίβλεψη κάποιας που θα έπαιρνε το ρόλο πνευματικής οδηγού.

Τα τελευταία ποστ έδειχναν την αλληλογραφία της Γριάς Βαυβώς με τη σαμάνα της νοτιοαφρικανικής φυλής Xhosa, όπου εξελισσόταν η από κοινού τους έρευνα σχετικά με μητροπαράδοτες αφρικανικές πρακτικές ίασης, που πολλές φορές αφορούσε την αποκωδικοποίηση και μετάφραση των γραφικών μοτίβων που χρησιμοποιούσαν οι άντρες της φυλής για να διακοσμήσουν τα χαρακτηριστικά, παραδοσιακά, κεραμικά δοχεία που έφτιαχναν, ενώ οι γυναίκες της φυλής Xhosa διακοσμούσαν με τα ίδια τα σώματα όλων των μελών, κατά τη διάρκεια της τελετής ενηλικίωσης, στα 13 τους χρόνια. Στα τελευταία τους entries, φαίνεται να ανακαλύπτουν ότι ο Ιός είναι μια παραλλαγή ενός ιικού στελέχους που ήταν υπεύθυνο για μια αρχαία, πολυτραγουδισμένη για τους Xhosa τραγική περίοδο στην ιστορία κι ότι έπρεπε να αντιμετωπιστεί με την τελετουργική χρήση της ρίζας του ονείρου, απ’ όλη τη φυλή ταυτόχρονα. Με αυτό κατά νου και όταν ήταν σίγουρη για την ερμηνεία των στοιχείων που συνέλεξαν μαζί με την Cebisa, τόσο από μαρτυρίες και αντικείμενα των Xhosa όσο και από τα όνειρά τους, η Γριά Βαυβώ άρχισε να καλλιεργεί εδώ και λίγους μήνες στην περιφέρεια των Λευκών Χωριών λουλούδια του ονείρου, ώστε να είναι προετοιμασμένη για την αντιμετώπιση της επερχόμενης πανδημίας.

«Από τη ρίζα του ονείρου, που οι Xhosa ονομάζουν ubulawu ή Ubhubhubhu, φυτρώνει το λευκό λεπτεπίλετο λουλούδι που οι σαμάνοι ονομάζουν iindlela zimhlophe και σημαίνει λευκοί δρόμοι/μονοπάτια. Το Ubulawu προέρχεται από τη λέξη ukulawula, που στη διάλεκτο του σημαίνει ερμηνία των ονείρων. Η άλλη του ονομασία, το Ubhubhubhu σημαίνει ραγδαίο και αναφέρεται στην αστραπιαία δράση με την οποία το φάρμακο αυτό φέρνει θεραπεία ενάντια σε κακόβουλες ουσίες και σκοτεινές μαγείες. Οι Xhosa πίστευαν ότι το Ubulawu άνοιγε μια πύλη επικοινωνίας με τους προγόνους…», διαβάζαμε κάτω από μια φωτογραφία που έδειχνε τη Γριά Βαυβώ να κρατάει στο χέρι της ευλαβικά ένα αθώο λευκό λουλούδι.

Η γιαγιά Βαυβώ λοιπόν, υποστηρίζει ότι η ρίζα του ονείρου θεράπευσε την ανιψιά της και ότι τώρα ήταν η ώρα να την μαζέψει για να θεραπεύσει την κόρη της. Πιστεύει ότι σύντομα θα χρειαστούμε πολύ μεγαλύτερες ποσότητες ρίζας ονείρου και συνιστά την καλλιέργεια και τη χρήση της από όλους αυτόν τον καιρό και δίνει οδηγίες επί αυτού, αλλά ταυτόχρονα προειδοποιεί με επιμονή ότι το Ubhubhubhu προκαλεί βαθιά όνειρα, από τα οποία μπορεί να μην ξυπνήσει ποτέ, χωρίς την απαραίτητη καθοδήγηση.

Αγνοώντας όλα αυτά, οι αστυνομικίνες θεώρησαν ότι «η γιαγιάκα τα ‘χει χάσει« και την άφησαν να κρατήσει το «σάκο με το τζίντζερ», όπως σημείωναν στην αναφορά τους. Της έβαλαν μόνο 600 ευρώ πρόστιμο επειδή βγήκε απ’ το σπίτι χωρίς δικαιοδοσία και την άφησαν να φύγει προειδοποιώντας την πως το πρόστιμο θα ήταν διπλάσιο την επόμενη φορά που θα την έπιαναν.

Ο Μάθιου, που αντί ν’ ακούει είχε ανοίξει ένα μπουκάλι λευκό κρασί και χόρευε disco με την ηλεκτρική σκούπα, υπό το διακεκομμένο, φαρμακερό βλέμμα της Ρεμπέκα, ήρθε τώρα να ζητήσει καπνό από τον Κρίστιαν. Ο Κρίστιαν, που μισούσε τη disco και βασανιζόταν σιωπηλά τα τελευταία 20 λεπτά, έβαλε στο χέρι του Μάθιου τον καπνό χωρίς να τον κοιτάξει.

«Μάθιου;», ρωτήσαμε καθώς ξαφνικά θυμηθήκαμε ότι, αν και ήταν αδύνατο να τον φανταστούμε σε οποιοδήποτε πλαίσιο εκτός από αυτό που είχαμε μπροστά μας αυτή τη στιγμή, είχε μεγαλώσει στο Cape Town. «Ξέρεις τίποτα σχετικά με τους Xhosa και τη ρίζα του ονείρου;« και του δείξαμε το αθώο λευκό λουλούδι στην οθόνη. Προς έκπληξή μας, ο Μάθιου το αναγνώρισε αμέσως. «Θυμάμαι τη μητέρα μου να μιλάει γι’ αυτό, στο Cape Town το βρίσκεις στα παρα-φαρμακεία με την ονομασία Silene capensis και το χρησιμοποιούν οι γιατροί-μάγοι που εμπιστεύονται οι ντόπιοι για τα προβλήματα υγείας τους», είπε ο Μάθιου κι έκατσε σε μια καρέκλα δίπλα στο παράθυρο για να καπνίσει. «Πήγες ποτέ να τους επισκεφτείς;», ρωτήσαμε λαίμαργα. «Όχι, δεν ήταν συνηθισμένο για μας. Η μητέρα αναφερόταν σ’ αυτούς μόνο όταν ήθελε να πει κάτι ρατσιστικό για τους ντόπιους. Το λουλούδι το ξέραμε γιατί φύτρωνε από μόνο του στον μίνι γκολφ που είχαμε τον κήπο. Η μητέρα είχε ζητήσει απ’ τον κηπουρό να το ξεριζώνει, ωστέ η οπτική του παρουσία να μην διαταράσσει το παιχνίδι, μέχρι που κάπου άκουσε ότι φέρνει καλή τύχη και αφθονία. Τότε του ζήτησε να το αφήσει να φυτρώνει, αλλά αυτός συνέχισε τη δουλειά του όπως πριν». «Δηλαδή, πιστεύεις ότι το χρησιμοποιούσε για θεραπευτικούς σκοπούς;», τον ρώτησε η Ρεμπέκα. «Όχι, νομίζω ότι οι παραδοσιακές θεραπευτικές πρακτικές είχαν παραπέσει πολύ καιρό πριν, αλλά η χρήση των θεραπευτικών φυτών είχε πλέον ψυχαγωγικό χαρακτήρα για πολλούς ντόπιους που αναζητούσαν κάποιο τρόπο να ξεφύγουν από τη μιζέρια τους. Δεν το είχα σκεφτεί πιο πριν, αλλά πολύ πιθανό ο κηπουρός μας να ήξερε τι ήταν το Silene και να το χρησιμοποιούσε αναλόγως. Αναρωτιέμαι αν είχε κάποια σχέση μ’ αυτό το λουλούδι η ασταθής συμπεριφορά του…. Κάποιες φορές, σε συγκεκριμένες περιόδους, ξεχνούσε να έρθει στη δουλειά, ενώ άλλες έκανε αρκετά λάθη στον κήπο. Οι γονείς μου παραπονιούνταν συχνά γι’ αυτόν στους φίλους τους και ρωτούσαν αν ο δικός τους κηπουρός αλλάζει τόσο πολύ όταν έρχεται η Άνοιξη. Τα πρώτα χρόνια το θεωρούσαν χαριτωμένο κι έκαναν αστεία μεταξύ τους, αλλά μια φορά όταν ο Rolihlahla δεν πότισε την αγαπημένη πρωτέα της μητέρας, που κοσμούσε την πρόσοψη κι αυτή μαράθηκε, τον απέλυσαν χωρίς συζήτηση και δεν ξαναμιλήσαμε γι’ αυτόν…». Το βλέμμα του Μάθιου ταξίδεψε κάπου πολύ μακριά για μια στιγμή. Και μετά, με φωνή αλλαγμένη, είπε, αργόσυρτα, «Μια φορά με τον αδερφό μου ακούσαμε θόρυβο στη μέση της νύχτας και τρέξαμε στο σαλόνι. Είδαμε τη μητέρα στο κατώφλι της πόρτας, με την καραμπίνα στο ένα χέρι και το λουρί στο άλλο, να κρατάει τα σκυλιά που μαίνονταν. Ακούσαμε το αυτοκίνητο του πατέρα να παίρνει μπρος. Η μητέρα μας είδε και μας πρόσταξε να γυρίσουμε γρήγορα στο κρεβάτι μας. Εμείς αντί αυτού τρέξαμε στο δωμάτιό της, που κοιτούσε στην ίδια πλευρά του κήπου κι ανοίξαμε το παράθυρο για να δούμε τι συνέβαινε. Εκεί είναι που δε θυμάμαι πολύ καλά τι έγινε… Ή μάλλον, εγώ θυμάμαι ότι είδα τον πατέρα να κυνηγάει κάποιον στον κήπο με το αυτοκίνητο και να του φωνάζει κάτι απ’ το παράθυρο. Ο άλλος δεν απαντούσε αλλά όλο έτρεχε κι όλο σκόνταφτε κι όλο σηκωνόταν. Θυμάμαι τον πατέρα να χτυπάει μία-μία τις πίστες του μίνι γκολφ με το αυτοκίνητο ενώ κυνηγούσε τον άγνωστο κλέφτη. Μετά θυμάμαι μια κραυγή κι ένα γδούπο και το αυτοκίνητο να πηγαίνει μπρος-πίσω πάνω απ’ το ίδιο σημείο και το γδούπο να επαναλαμβάνεται ξανά και ξανά. Θυμάμαι που τα σκυλιά του πατέρα σταματήσανε το γάβγισμα, τα θυμάμαι να τρέχουν σέρνοντας πίσω τους τα λουριά τους ξέφρενα, να ξεχύνονται στο γήπεδο και να εξαφανίζονται κάτω από το τζιπ. Μετά τη μητέρα να ανεβαίνει στο υπνοδωμάτιο, ν’ ανάβει το φως, να ουρλιάζει και να μας σέρνει στο δωμάτιό μας από τα ρούχα, να βαράει την πόρτα πίσω της και να κλειδώνει για να μην ξαναβγούμε. Την άλλη μέρα κλείδωσε το PlayStation στην αποθήκη και δε μας ξανάδωσε χαρτζιλίκι μέχρι τα επόμενα Χριστούγεννα. Ο αδερφός μου δεν θυμάται αυτήν την ιστορία και οι γονείς μου την τοποθετούν σε μία περίοδο που έβλεπα εφιάλτες και κατουριόμουν στον ύπνο μου. Λένε πως αυτή η ιστορία πρόκειται για έναν από εκείνους τους επαναλαμβανόμενους εφιάλτες, που τελικά σταμάτησαν όταν με έστειλαν στους θείους μου στην Ολλανδία να περάσω το καλοκαίρι…». Ολοκλήρωσε την ιστορία του κι έκανε να πάρει μια τζούρα από το τσιγάρο στο χέρι του, είχε όμως σβήσει. Η playlist είχε προχωρήσει μόνη της κι από τα ηχεία έπαιζε τώρα το Spacer Woman. Η Ρεμπέκα σηκώθηκε κι άρχισε να στουμπώνει νευρικά την καφετιέρα με καφέ. Ο Κρίστιαν, που είχε ζαρώσει στην καρέκλα του με τα στρογγυλά του μάτια να πετάγονται απ’ τις κόγχες τους λίγο πιο πολύ απ’ ό,τι συνήθως, πήγε να φέρει νερό για βράση. Δεν μπορούσαμε να βγάλουμε απ’ το μυαλό μου την ιστορία του Μάθιου. «Πιστεύεις ότι ο πατέρας σου χτύπησε με το αυτοκίνητο τον κηπουρό, που ήρθε το βράδυ για να κλέψει Silene capensis από τον κήπο;», ρωτήσαμε, μην πιστεύοντας αυτό που έβγαινε από το στόμα μας. Ο Μάθιου ανασήκωσε τους ώμους, κόμπιασε μια στιγμή, μετά είπε, «Είμαι σίγουρος ότι ο πατέρας μου χτύπησε με το αυτοκίνητο κάποιον… που είχε πηδήξει πάνω από την πύλη για να κλέψει. Το Cape Town είναι χωρισμένο σε δύο πόλεις με διαφορές ανάγκες και κανόνες. Οι γονείς μου κι οι φίλοι τους φοβούνταν πολύ τους ντόπιους. Κυκλοφορούσαν ιστορίες απαγωγής λευκών από φυλές που μετά τους μαγείρευαν και τους έτρωγαν ζωντανούς… Οπότε τα μέτρα που έπαιρναν οι γονείς μου κι οι φίλοι τους για να προστατεύσουν τις οικογένειές τους ήταν πολλές φορές δραστικά… Σίγουρα όμως δεν θα έφταναν τόσο μακριά αν δεν ήξεραν ότι η νομοθετική εξουσία του Cape Town δεν είχε καμία δικαιοδοσία στα “χωράφια” τους». Όπως και να ‘χει, ποτέ κανείς δεν μας ζήτησε λογαριασμό για το περιστατικό και ποτέ κανείς δεν πήρε την ανάμνησή μου στα σοβαρά. Και κανείς δεν μπορεί να ξέρει με σιγουριά σε ποιον ανήκε η σκοτεινή σιλουέτα που έτρεχε στον κήπο εκείνο το βράδυ…», είπε ο Μάθιου και μετά σιωπήσαμε για ώρα πολλή, κουνώντας το κεφάλι αφηρημένα στο ρυθμό του τραγουδιού. Μετά ο Κρίστιαν, έπιασε να εξηγεί στο Μάθιου την ιστορία της Γριάς Βαυβώ για να ελαφρύνει η ατμόσφαιρα. Τότε εκείνος άρχισε να υποστηρίζει πυρετωδώς τη θεωρία της και να επιμένει ότι πρέπει να προμηθευτούμε το συντομότερο δυνατόν Silene Capensis ώστε να θωρακιστούμε απέναντι στον Ιό. Στο ίδιο πνεύμα, η Ρεμπέκα, άρχισε να διαβάζει τις οδηγίες για την προμήθεια και την καλλιέργεια της ρίζας και ν’ ανοίγει όλα τα threads στην ιστοσελίδα το ένα μετά το άλλο μέχρι που, χωρίς να καταλάβουμε πώς, ο προβολέας άστραψε και στον τοίχο του σαλονιού μας εμφανίστηκε η Γριά Βαυβώ, να κεντάει ένα πόντσο, καθισμένη στην κουνιστή της πολυθρόνα, κάτω από μια σύνθεση από κεραμικά πιάτα, διακοσμημένα με αραβο-ανδαλουσιανά μοτίβα, ντυμένη μ’ ένα λουλουδάτο φόρεμα μασουλώντας νωχελικά το ασημένιο καλαμάκι που ξεπρόβαλλε από ένα χρυσοποίκιλτο δοχείο μάτε. Τότε η Γιαγιά Βαυβώ σήκωσε το βλέμμα της από το κέντημά της και μας κοίταξε στα μάτια.

Η πολυθρόνα σταμάτησε να κινείται. Η μουσική σταμάτησε να παίζει.

Αργότερα, όταν μιλήσαμε γι’ αυτό, η καθεμιά μας έλεγε με σιγουριά ότι η Γριά Βαυβώ είχε στραφεί στα δικά της μάτια, μόνο στα δικά της, κι ότι είχε απευθυνθεί σ’ εκείνην και μόνο εκείνην κι ότι η καθεμιά είχε μια συζήτηση μαζί της που δεν μπορούσε να αποκαλύψει σε κανέναν άλλον.

Μετά από αυτό, συνέβησαν διάφορα πράγματα που δεν μπορούμε ακόμα να βάλουμε σε μια σειρά μεταξύ μας για να συνθέσουν μια κοινή εμπειρία.

Αλλά όλα ξεκίνησαν όταν, αμέσως μετά τη συνομιλία με τη Γριά Βαυβώ, και όντας όλοι μας βαθύτατα εντυπωσιασμένες, η Ρεμπέκα έκανε στην άκρη την ηλεκτρική σκούπα για να καθαρίσει το παρκέ, που ήταν πολύ ευαίσθητο σε γρατζουνιές κι ήθελε φροντίδα. Ζήτησε τη βοήθειά μας για να σηκώσουμε μαζί το χαλί και να καθαρίσουμε από κάτω. Αυτό ήταν κάτι που κανείς μας ποτέ δεν είχε κάνει, καθώς το χαλί κάλυπτε το πάτωμα και έκρυβε ικανοποιητικά τη σκόνη κι ό,τι άλλο μπορεί να χε μαζευτεί από κάτω. Όμως στην τελευταία συνέλευση για το σπίτι είχαμε αποφασίσει ότι θα καθαρίζαμε λίγο πιο εξονυχιστικά για να είμαστε σίγουρες ότι προσφέρουμε η μία στον άλλο την υψηλότερη πιθανή αποστείρωση, ασφάλεια και προστασία απέναντι στον ιό. Έτσι βοηθήσαμε τη Ρεμπέκα κι ανασηκώσαμε όλες μαζί το χαλί. Ήταν πολύ βαρύ. Πήρε πολλή ώρα. Μετά βρήκαμε το πηγάδι που ήταν κρυμμένο από κάτω του.

«Διψάω τόσο πολύ», είπε η Ρεμπέκα. Και μας έπιασε όλους μια δίψα βαθιά. Δίπλα στο χέρια μας, που στηρίζονταν στο στόμιο του πηγαδιού, κρεμόταν ένα σχοινί που οδηγούσε ευθεία κάτω, εκεί που δεν έφτανε το βλέμμα μας αλλά όπου έπρεπε να υπάρχει νερό, γιατί ένιωθες την υγρασία να σε χτυπάει καταπρόσωπα όταν χαμήλωνες το κεφάλι, κι από όπου ακουγόταν μόνο ένα μακρινό βουητό, σαν άνεμος. Αρχίσαμε όλοι μαζί να ανεβάζουμε το σχοινί μέχρι που εμφανίστηκε ο πελώριος κουβάς. Ήταν άδειος, γιατί είχε μια μικρή τρύπα στον πάτο, αλλά ήταν καλυμμένος με βρύα, ποτισμένα μ’ ένα υγρό διάφανο. Αποφασίσαμε να κατέβουμε για να πιούμε με τα χέρια. Ο κουβάς ήταν τόσο μεγάλος που χωρούσε άνετα όλες μας μέσα. Αλλά κάποιος έπρεπε να μας κατεβάσει και να μας ξανατραβήξει πάνω αφού χορτάσουμε νερό. Δώσαμε την αλυσίδα στον Μάθιου και τον Κρίστιαν που μας κατέβασαν και τις τρεις μας σιγά σιγά.


Δεν ξέρω αν μπορώ να το αποτυπώσω, αλλά θα προσπαθήσω.

«…μετά βρισκόμαστε στο νησί. δεν μπορώ ν’ αποφασίσω αν το είχα επισκεφτεί πρώτη φορά στην πραγματικότητα ή στον ύπνο μου. δυο παραλίες. διαλέγουμε τη δύσκολη. ένας κατακόρυφος γκρεμός οδηγεί στην χρυσαφένια αμμουδιά. νόμιζα ότι είναι μόνο η αντανάκλαση του ήλιου, αλλά είναι αληθινά γεμάτη πολύτιμα πετράδια. ζώα που δεν είχα ξαναδεί μας περιτριγυρίζουν, σκύβουν το κεφάλι και πίνουν νερό. ένας άνθρωπος, με καλυμμένο το πρόσωπο εμφανίζεται στην κορυφή του γκρεμού και μας πυροβολεί ένα-ένα. τα πουλιά πέφτουν σα χαλάζι απ’ τον ουρανό. οι σκαντζόχοιροι γίνονται ένας σωρός βελόνες. εμείς κρυμμένες μέσα στην άμμο παρακολουθούμε μέχρι που φεύγει. τότε σκάβουμε στο χώμα και ξεθάβουμε αβοκάντο, βουτάμε τα δάχτυλα στην τρυφερή πράσινη σάρκα και τα καταβροχθιζουμε. θάβουμε τα ζώα, που μεταμορφώνονται αμέσως σε πολύτιμα πετράδια και σαρκόφυτα και στη θέση του κυνηγού, ο μπαμπάς τώρα, στην κορυφή του λόφου, μας κάνει σήμα ότι είμαστε ασφαλείς, στριφογυρίζοντας ένα πορτοκάλι στο αριστερό του χέρι. το δεξί το κρατάει πίσω από την πλάτη. εκεί που δεν φτάνω να δω. ζωντανοί και νεκροί είναι το ίδιο στο όνειρο. η μαμά κι η νονά με τα μάτια τυλιγμένα σε επιδέσμους τρώνε βολβούς τουλίπας με τα ακριβά ασημικά της γιαγιάς Ελλάς. η κουρτίνα εισπνέει και στη σκηνή βγαίνει τώρα η θεία Ευπραξία, με το καπέλο της με τον ταριχευμένο αετό να αιωρείται λίγο πάνω απ’ το κεφάλι της. φτύνει στάχτες από φύλλα δάφνης και διαβάζει με αντρική φωνή ένα κομμάτι χαρτί που φλέγεται: «Μια στρατιά ηλιοβασιλέματα στριφογυρίζουν με τα χέρια σφιχτοδεμένα θέλουν να με τυφλώσουν ουρλιάζουν με τα μάτια τους καρφωμένα μέσα μου κόκκινα σαν αίμα στο χιόνι και θέλω να γίνω ένα μ’ αυτό το κόκκινο και θέλω να γίνω ένα μ’ αυτό το χιόνι μια σπίθα μέσα σε μια πέτρα που συνθλίβεται από μια γλώσσα φλόγες κοριτσάκια από χαρτί που έκοψα ανάποδα κι αντί για γιρλάντα έγιναν ένα σύνολο από ασύνδετους κλώνους, μόνο τα χέρια τους τώρα μόνο τα χέρια μας έχουν μείνει έξω απ΄το νερό, μόνο τα χέρια μας μάς κρατάνε τώρα, μόνο τα χέρια μου κράτα, όλα τ’ άλλα ας ξεχαστούν», και το χαρτί αναλώνεται στις φλόγες κι η θεία Ευπραξία σταματάει την απαγγελία με μια κοφτή άνω τελεία, κοιτάει ευθεία μέσα στα μάτια μου τα μάτια της δεν έχουν κόρη και νιώθω ότι πέφτω. πάνω απ’ το κεφάλι μου η κουρτίνα εκπνέει. την κάνω πέρα και δε βρίσκω θεία. μόνο μια άκρη από φουστάνι ή σεντόνι μαγκωμένη ανάμεσα στα παραθυρόφυλλα. σπρώχνω ν’ ανοίξουν μα τίποτα. ο κόσμος έξω άδειος. ψυχή στο δρόμο. μόνο ένα ρίγος με διαπερνάει, ενώ δεν φυσάει καθόλου.

Είναι 20.00 τώρα. Οι γείτονες βγαίνουν στα μπαλκόνια και χειροκροτούν, παρόλο που κανείς δεν υποκλίνεται και το έργο τέλειωσε πριν ώρα. Τα πρόσωπά τους φωτίζουν όλα τα παράθυρα σαν τρύπες στον ήλιο. Θέλω κι εγώ να χειροκροτήσω μα ο ήχος που κάνουν τα χέρια μου μού κάνει εντύπωση. Τα φέρνω μπροστά στα μάτια μου και βλέπω πως είναι και τα δυο δεξιά και σα να μην έφτανε αυτό, αποπνέουν μια έντονη μυρωδιά από πορτοκάλι. Κλείνω τα παραθυρόφυλλα και τα μάτια μου ανοίγουν, ξυπνάω στο σαλόνι, πάνω στο χαλί. Η Ρεμπέκα ανοίγει τα μάτια διάπλατα, ο Κρίστιαν μαγειρεύει Gado Gado, εμείς καθαρίζουμε το τζάμι απ’ την ανάσα του Μάθιου με οινόπνευμα. Κοιτάμε μαζί έξω για να θαυμάσουμε το έργο (μας), μα δε φαίνεται τίποτα ακόμα. «Έχει ομίχλη έξω», λέμε ταυτόχρονα. «Η θολούρα δεν είναι στο τζάμι, ούτε στο μάτι, η θολούρα είναι στον αέρα», σιγοτραγουδάει ο Κρίστιαν απ’ την κουζίνα, λιώνοντας ρυθμικά σκόρδο στο γουδί. «Δεν μπορώ να τραβήξω τίποτα πια», λέει η Ρεμπέκα και σβήνει την κάμερα. Ο Μάθιου σβήνει το φως.

Daphne Xanthopoulou is a musician based in Barcelona, Spain. She has published some of her writing in Golfo Magazine, Teflon and Thraca and some of her music in Sonospace and Crystal Mine net and cassette labels. In her work she likes to experiment with the notions of queer theory, de-colonialism, ecology, communal storytelling and healing, neo-materialism, cybernetics and consciousness. She is part of Cachichi, a collective that focuses on new music and its intersection with contemporary art and thought.

Anne Boyer


Mετάφραση: Δήμητρα Iωάννου

Δεν είμαι ειδική στη φαινομενολογία ή σε κάτι άλλο, μόνο που υπάρχει αυτό το πρόβλημα του πώς μετατρέπεται σε σώμα αυτό που είναι μια χαρά ως αέρας. Tο να «νομισματοποιείς» σημαίνει να κάνεις ύλη το πνεύμα. Tο Blogger προσφέρει αυτή την υπηρεσία. H μυθοπλασία συνεπάγεται πρόθεση, αφηγηματική δομή, μια κατευθυντήρια ευφυία – ένα ψέμα είναι τόσο συχνά σφάλμα, ένα ατύχημα, μια φαντασίωση αυτο-προστασίας που διαρρέει. Ο χαρακτήρας μπορεί εδώ να σημαίνει τουλάχιστον δύο πράγματα: τον καλό χαρακτήρα (τον οποίο δεν έχει η ποιήτρια), και τον χαρακτήρα όπως εμφανίζεται σε μια μυθοπλαστική κατασκευή. «Ποιός χρειάζεται» σημαίνει παραδίνομαι.

Συχνά υποκρίνομαι πως δεν θέλω αυτό που δεν μπορώ να έχω. O Dante είναι ο Iταλός ποιητής και ο μοναδικός χαρακτήρας που απαιτεί το έργο επειδή δημιουργεί λογοτεχνικό προηγούμενο για εχθρικά οράματα αγάπης σε ημιτελείς φόρμουλες. Επειδή είναι σπουδαίος ποιητής μπορεί να εγγυηθεί για τη συγγραφέα αυτού του έργου: είναι αφοσιωμένη στην κατανόηση αλλά εργάζεται μέσα από ένα είδος πράσινου περιστασιακού χάους. Συχνά η ποιήτρια σκέφτεται τη φράση «beau désordre» αλλά δυσκολεύεται να βρει περισσότερα στοιχεία γι’ αυτήν, επειδή τα γαλλικά της είναι στοιχειώδη.

Δίνει στην έννοια της λυρικής σύγχυσης τη μορφή ενός παλιού έρωτα. Αν και η ποιήτρια υπαινίχθηκε ότι δεν χρειαζόταν χαρακτήρες, τώρα εισάγει έναν. Ο έρωτας με το όνομα Bo μπορεί να μην ονομάζεται πια έτσι. O έρωτας αυτός μπορεί να βασίζεται σ’ έναν αληθινό αλλά φοβάμαι πως δεν τρέφω ιδιαίτερη εκτίμηση για τα εργοστάσια κατασκευής ωδών. Στην πραγματικότητα δεν υπάρχει Πρωθυπουργός της Aμερικής όπως επίσης η Aμερική δεν είναι πόλη. O Πρωθυπουργός βρίσκεται σ’ ένα θεατρικό με τον τίτλο Das Kapital. Στην πραγματικότητα τα κινητά τηλέφωνα εκπέμπουν ακτινοβολία. Oι άνθρωποι τα χρησιμοποιούν σαν φακούς και οδηγούς.

Ο λόγος για τον οποίο οι τηλεπικοινωνίες είναι τόσο σημαντικές είναι ένα μυστικό που προκαλεί αμηχανία. Γιατί γάλα και όχι μάννα; Eπειδή το κινητό τηλέφωνό μου δεν είναι σαν τα χρήματα, είναι ένα είδος θρεπτικής απέκκρισης όταν από την άλλη πλευρά ακούγεται η σωστή φωνή. H ποιήτρια θεωρεί ότι τα λογοτεχνικά της έργα είναι ένα σύμπτωμα, μια προσήλωση, ένα είδος αντι-κοινωνικής επιμονής στην επανάλειψη, ξανά και ξανά, σ’ αυτό που δεν θέλει ν’ ακούσει κανείς – οπότε θεωρεί ότι όλοι οι ποιητές είναι προσκολλημένα ζώα. Aκολουθεί αναφορά στα λόγια της κόρης της η οποία, ενώ η ποιήτρια έγραφε, έκανε μια προφανή δήλωση: «Όλα έχουν καλύτερη γεύση στο κουτάλι».

Στο κουτάλι όλα έχουν καλύτερη γεύση γιατί περιλαμβάνονται σε περιορισμένο βαθμό. Στη συνέχεια αρχίζει περιορισμένος βαθμός παραθέσεων, με τον πρώτο στίχο από το βιβλίο της Bernadette Mayer «Eruditio ex Memoria». Το νόημά του είναι τόσο βαθύ επειδή ο Antonin Artaud είναι στην πραγματικότητα ο γιατρός μου. Tο ίδιο και η Bernadette Mayer. Kι αυτό το έργο, είτε το πιστεύετε είτε όχι, έχει μια κάποια ομοιότητα μ’ εκείνο το έργο, με τη μόνη διαφορά ότι ολόκληρη η ιστορία του Δυτικού Πολιτισμού δεν είναι γραμμένη σε χαρτί αλλά στο μυαλό της ποιήτριας. Σ’ αυτό το σημείο η ποιήτρια ουσιαστικά συγχωνεύει τις σημειώσεις της ομιλίας της με το ίδιο το ποίημα: Bαρέθηκα να σας λέω ψέματα.

O Egon είναι χαρακτήρας στο Ghost Busters όπως κι ένας από τους εραστές της ποιήτριας που άφησε στο πάτωμά της δακτύλιους. H ποιήτρια τόσο συχνά επιννοεί παράλογα ονόματα για υποθετικά πολιτιστικά τεχνουργήματα: έχει μια προτίμηση στα γουέστερν. Δεν είναι αξιόπιστη γιατί συνηθίζει τα πνευματιστικά ταξίδια. Στο εσωτερικό του σπιτιού της όπου όλα έχουν διαφθαρεί από τη συνήθεια της φαντασίωσης, απογειώνεται. Aλλά στη θέα των δακτυλίων -το έργο αγάπης που της άφησε-, ξυπνάει και πάλι, επιστρέφει στην πραγματικότητα ή σ’ αυτό που στις σημειώσεις της ομιλίας της κάποιος αποκάλεσε «η απολιθωμένη ζωή». Κάτι δεν στέκει εδώ. Υπάρχει μια απέχθεια για το λεξικό συνωνύμων. «Καθήκον της ποιήτριας είναι να εμψυχώνει τους παρόχους περιεχομένου και να κάνει τους δεσπότες να βαρεθούν» ως υπαινιγμός στον Walt Whitman, ο οποίος έγραψε: «Tο καθήκον του ποιητή είναι να εμψυχώνει τους σκλάβους και να τρομοκρατεί τους δεσπότες». Oι παροχείς περιεχομένου είναι λίγο ή πολύ σκλάβοι όπως όλοι μας. Oι δεσπότες παραμένουν δεσπότες. Σ’ αυτή την κοσμολογία, οι δεσπότες είναι κοντά στους απλούς ανθρώπους, οι οποίοι διατυμπανίζουν την ελευθερία της έκφρασής τους πάνω απ’ όλα, αν και οι απλοί άνθρωποι είναι συχνά δεσπότες σε μικρογραφία.

Η ποιήτρια συνεχίζει να επαναλαμβάνεται. Συνεχίζει να αναφέρει άγνωστα τραγούδια της κάντρι. Kάνει αυτές τις τεχνολογικές αναφορές τύπου Blootooth και τις αναφορές σε δρόμους και βουλεβάρτα και χάρτες και σχέδια πόλης σαν να βρίσκεται σε έκσταση και να επιστρέφει ως παγκόσμιο σύστημα εντοπισμού θέσης. Aλλά οι δρόμοι είναι ερωτικοί γιατί είναι χώροι επίδειξης και το Buetooth είναι ερωτικό γιατί επιτρέπει στους ανθρώπους και στις μηχανές τους να συνδεθούν μεταξύ τους. Δεν καταλαβαίνετε τίποτα; Aυτό είναι ένα ποίημα για το σεξ / αυτό είναι ένα ποίημα για την εργασία / αυτό είναι ένα ποίημα για την πληροφορία και την άδεια ζωή.

ΛEΞEIΣ-ΣYNΔEΣMOI: H αποψινή συνταγή. Mια κουταλιά της σούπας τρέλλα


του Denis LHomme

O εγκέφαλος κατρακύλησε από το κρανίο. Όλη η καρύδα χύθηκε στη γη κι αυτός o ανίκανος δεν κατάφερε να κινήσει το νήμα του. To κεφάλι του γλίστρησε στην άμμο παρασύροντας το γέννημα μιας δραστήριας ημέρας. Γιατί περιέφερε τη βούλησή του κάτω από το αριστερό του μπράτσο; Θα μας το εξηγήσει σύντομα, αν τον αφήσουμε να στρίψει και να ξαναστρίψει γύρω από τον εαυτό του σαν ενδόμυχα κοιμισμένη σβούρα. Η αγάπη αρνείται τον κόσμο, απομακρύνεται για να δώσει τον λόγο στο ατελείωτο παράπονο που διασχίζει τον πλανήτη της. Έκτοτε όλα πάσχουν από βλάβη! Εκτός από το μωρό που αγαπά τη μαμά του και υπολογίζει σ’ αυτήν. Είμαι ο πονοκέφαλός μου…


Μετάφραση: Mari Label


της Amanda Ackerman

Ω, αγαπημένοι μου: το χιόνι στην υποθαλάσσια πόλη.  Tο χιόνι, σχηματισμένο από θαλασσινό νερό, πώς έπεφτε στα κοραλλένια παρτέρια.  Φτυαρίζαμε το νερό.  Έπρεπε να το βλέπατε γιατί μου είναι αδύνατο να το περιγράψω.  Aκόμα κι αν σας έλεγα την ιστορία, δεν θα είχε σημασία, γιατί σήμερα όλες οι ιστορίες ανταγωνίζονται για την κυριαρχία και την προσοχή.   Zούμε σε μια εποχή όπου όλες οι εργασίες είναι το ίδιο πληκτικές και μονότονες με όλες τις άλλες εργασίες άσχετα από τις διαφορές στα εισοδήματα και τη θέση.  Για να φύγουμε από την υποθαλάσσια πόλη μας δελέασαν με υποσχέσεις για τροφή και εργασία.  Iσχυρά κίνητρα.  Δεν ήθελα να φύγω αλλά, σήμερα, αν δεν μπορείς να λειτουργήσεις έχεις μπλεξίματα, ακόμα και στην περίπτωση που απαιτούν από σένα ν’ αφήσεις πάρα πολλά.  Aίμα.  Kουλτούρα.  Γενεαλογία.  Πιστεύω.  Xιόνι σχηματισμένο από θαλασσινό νερό να πέφτει σ’ ένα «μεταβλητό μωσαϊκό» από κοράλια και θαλάσσια φυτά.  Στην υποθαλάσσια πόλη παίζαμε όργανα που έμοιαζαν με άρπες και ξυλάκια.  Yποσχέθηκα ότι δεν θα το περιέγραφα αυτό.  Tώρα έχω ατομική συνείδηση, έτσι αντιλαμβάνομαι βασικά τον εαυτό μου. Aρχίσαμε να μοιράζουμε τον χρόνο μας ανάμεσα σε γη και θάλασσα.  Σταματήσαμε να χρησιμοποιούμε τα σώματά μας όπως ήταν προορισμένα να χρησιμοποιηθούν.   O βυθός έβγαζε με εκρήξεις πετρώματα, ένα νέφος από διάφανες μέδουσες: όχι, το υποσχέθηκα.  Yπάρχει και η ιστορία της εγκατάστασής μας σ’ αυτό εδώ το μέρος.  Φυσικά διαχωριστήκαμε.  Ήταν σαν να βγάζεις κύτταρα από το ίδιο σου το σώμα.  Aπό τότε ήταν αδύνατο να πάμε στην παραλία για ψάρεμα.  Mετά από μία ημέρα προγραμματισμένης και μηχανικής εργασίας παραγγέλναμε έτοιμο φαγητό και κατεβαίναμε στο ποτάμι να φάμε. Δεν μ’ ένοιαζε η πείνα.   Στην πραγματικότητα μου άρεσε αρκετά.  Αντεκδικούμενοι, καταπατώντας, κυνηγώντας λαθραία, πολεμώντας.  Φτιάχτηκαν νέοι καταυλισμοί.   Δεν πήραμε ποτέ διαζύγιο: απλά εκείνη εξαφανίσθηκε.  Έτσι κι αλλιώς, σύμφωνα με τη νέα νομοθεσία, δεν είχαμε τις προϋποθέσεις για διαζύγιο.  Για να πάρει διαζύγιο μια γυναίκα έπρεπε να είναι στείρα ή μοιχαλίδα κι ένας άντρας να κακομεταχειρίζεται ή να αδυνατεί να θρέψει την οικογένειά του.   Έγινα τεχνίτης.  Mπήκα σε μια συντεχνία.  H φύση είναι σκληρή.  Δεν μπορείς να είσαι πολύ ρομαντικός με τη φύση.  Aλλά πίστευα ότι υπάρχει μια ηθική τάξη στο σύμπαν. Aν υπάρχουν δύο αντικρουόμενες ιστορίες – θα πρέπει να βρεις την ισορροπία μεταξύ τους.  Kαλύτερα να επιβιώνεις στον κόσμο.  Kαλύτερα να επιβιώνεις ακόμα και σ’ αυτές τις αναδυόμενες οικονομίες.  Kαλύτερα να μάθεις να μιλάς τη γλώσσα ώστε να μπορούμε να σε ενημερώνουμε.  Έγινα δημοσιογράφος γαστρονομίας. Mου άρεσε να γνωρίζω τα μενού από πριν.  Δεν μου άρεσαν οι εκπλήξεις. Zούσαμε σε μια εποχή όπου είχαμε τη δυνατότητα να κάνουμε αναζητήσεις για το οτιδήποτε.  Όπως τις προάλλες ήθελα να μάθω τι είναι το «κρίταμο» [μια αλμυρή γαρνιτούρα η οποία φυτρώνει στις βρεττανικές ακτές]. Aυτή είναι μια ιστορία που αναπαράχθηκε χιλιάδες φορές κατά τη διάρκεια του τελευταίου αιώνα.  Υπερβολικές συνεχιζόμενες διακηρύξεις.  O ήλιος έπεσε – και αυτό το ξεχωριστό βράδυ αποφάσισα να επιστρέψω σπίτι από τη δουλειά περπατώντας αντί να πάρω το τρένο.  Eίχα ασχημύνει;  Eίχε περάσει πολύς καιρός από τότε που κάποιος μου είπε ότι δεν ήμουν άσχημος;  Έτσι ήταν;




Μετάφραση: Δήμητρα Ιωάννου


από τον Urban Belina

Photographer Radovan Čok.

Ακόμα κι όταν ερχόσουν, όποια κι αν ήταν η περίσταση, υπήρχε ένα Όνομα. Και χορεύαμε, τουλάχιστον ανάμεσα σε λέξεις αποσπασμένες από δύο ενδο-διαστήματα, από το μέσα όπου τίποτα δεν υπάρχει. Και χορεύαμε (μιλάγαμε) και χορεύαμε (μιλάγαμε πιο πολύ). Και ο κόσμος μου υγράνθηκε και  προσπάθησε να γευτεί τον δικό σου και χορεύαμε και συνεχώς υγραινόταν και λύγιζε και χορεύαμε, χορεύαμε το ίδιο, ακόμα κι αν δεν αγγιζόμασταν και οι κόσμοι αναδιπλώνονταν στον εαυτό τους, μπροστά, από την εσωτερική και εξωτερική πλευρά, και το μουρμούρισμα των λέξεων έκαμπτε τη γλώσσα και συνεχίσαμε να χορεύουμε, ακόμα κι αν δεν είχαμε λέξεις για το άγγιγμα, ακόμα κι αν δεν υπήρχε χώρος ανάμεσα στα διαστήματα, αν και ο κόσμος καμπτόταν, και ο κόσμος καμπτόταν, αυτά τα δύο διαστήματα δεν αγγίζονταν ποτέ πραγματικά και απομείναμε μόνοι στα ενδο-διαστήματα όπου τίποτα δεν υπάρχει. Και χορεύαμε. Η λέξη έρεε και έρεε, ορμητική και δοξασμένη, την απεχθανόμασταν αυτή τη λέξη. Δεν μπορούσε να δώσει στα μάτια μας βλέμμα, δεν μπορούσε να μας κάμψει έτσι ώστε να αγγιχτούμε, να δούμε τη λάμψη στο χρώμα των ματιών μας. Ποθούσες να γίνεις λέξη, να χαϊδέψεις το άγγιγμα του ονείρου; Ποθούσα να γίνω ένα βουητό που θα έδινε στη λέξη την ξύλινη τραχύτητα ενός αδέξιου αγγίγματος ανάμεσα σε δύο σκληρές μεμβράνες κόσμων; Και η γλώσσα χόρευε προσπαθώντας να διεισδύσει σε μία ενιαία εμπειρία πριν από την ενότητα. Και χορεύαμε (μιλάγαμε). Kατά καιρούς φαινόταν ότι ο ένας κόσμος κατάφερνε να τεντώσει την κοσμική μεμβράνη τόσο ώστε να ακουστεί η άηχη συχνότητα της πρόστριψης δύο σκληρών δερμάτων: τραχιά, ζεστή και διαπεραστική. Και πάλι ήταν ελάχιστες. Eλάχιστες λέξεις, πολλές λέξεις υπάρχουν στις γλώσσες, όμως και πάλι δεν είναι αρκετές όταν ποθώ να μ’ αγγίξουν. Και χορεύαμε. Και οι λέξεις χόρευαν σε δαχτυλίδι, το μαγικό τραγούδι είχε ξεχαστεί από καιρό και ξέχασες πώς να το επαναφέρεις στη ζωή. Έτσι το μόνο που μπορούσαμε να κάνουμε ήταν να χορεύουμε (να μιλάμε). Τα ενδο-διαστήματα ήταν πολυάριθμα, είναι αμέτρητα, κι όμως πάλι σε καθένα απ’ αυτά μόνο εγώ βρίσκομαι, αν και βλέπω πολλές σκέψεις ν’ αγγίζουν ένα από τα αμέτρητα ενδο-διαστήματα των ονείρων, λήθη ή μη-χρόνος.

Photographer Maja Uplaznik Pantar.

Πάντα μόνοι. Και χορεύαμε. Και υπήρχε νερό. Και ήλιος. Και εικόνες λήθης και μη-επιστροφής. Και κύκλος. Και χορεύαμε. Αλλά το νερό μου δεν γνώριζε σε τι μορφή ήταν το νερό σου. Και η φωτιά μου ήταν πιο κοντά στον ήλιο σου ενώ ο ήλιος μου έλαμπε στον αέρα των δέντρων σου χωρίς να προσεγγίζει ποτέ τα ίδια τα δέντρα. Και χορεύαμε και στροβιλιζόμασταν (μιλάγαμε και κουβεντιάζαμε). Και υπήρχε ένα ποτάμι, ένα ζωντανό ποτάμι. Και οι δύο το γνωρίζαμε. Το ποτάμι μου ήταν γεμάτο νερό· το ποτάμι σου ήταν γεμάτο νερό. Όμως το νερό δεν είναι ίδιο στον κόσμο μου όπως δεν είναι ίδιο σε κανένα από τα αμέτρητα οράματα των ενδο-διαστημάτων, το καθένα έχει διαφορετικό νερό. Και το νερό μου δεν συνάντησε ποτέ το νερό σου και στο νερό σου δεν θα πλυθώ ποτέ. Aπ’ ότι φαίνεται θα ήταν ωραίο να κολυμπήσουμε στο ποτάμι που γνωρίζουμε και οι δύο, γεμάτο δικό σου νερό.

Αλλά πιο πιθανό θα ήταν να κολυμπήσω στις μαλακές κροκάλες μιας ξεραμένης κοίτης, παρά να βρω το νερό σου: λέξεις, λέξεις, χορεύουν, ποτέ δεν δείχνουν τον δρόμο για το νερό σου, αν και ξέρω τον δρόμο για το ποτάμι δεν θα βρεθεί το νερό. Πηγαίνω συχνά στο ποτάμι. Συχνά ποθώ να κολυμπήσω στο νερό σου όμως πάντα βρίσκω νερό που γνωρίζω, δεν υπάρχει ποτέ εκεί κάποιο άγνωστο. Έχω συναντήσει πολλά νερά, όμως τα δικά σου παρέμειναν και θα παραμείνουν κρυφά, η μαγεία της γοητείας έχει ξεχαστεί. Ίσως έρθω στα νερά σου όταν έρθεις εσύ. Και δεν θα ξεχάσεις πια τη λέξη χωρίς λέξεις. Και τον χορό· η μνήμη του χορού παραμένει (Ήταν κάποτε ομιλία). Οι λέξεις επιχειρούν ακόμα να τεντωθούν σε τέτοια έκταση ώστε χάνω τον εαυτό μου στον κόσμο μου και εσύ στον δικό σου. Yποτίθεται ότι ο κόσμος της μοναδικότητας προέκυψε από έναν άνθρωπο. Πως έγινε εμείς οι δύο, εγώ κι εσύ, να χαθούμε στο διάστημα του ατομικού κόσμου; Και χάθηκα. Και χάθηκες. Κι ο κόσμος εξακολουθεί να διευρύνεται ορμώμενος από τις δικές του βουλήσεις, ανεξάρτητα από τις δικές μου βουλήσεις και επιθυμίες, είχε απελευθερωθεί με το πρόσχημα της αποστολής, και τώρα προσπαθεί να κατακτήσει το διάστημα, τον χρόνο και τη λέξη που χαρίζει πρωταρχική δημιουργία. Και κατακτά λέξεις, λέξη μετά τη λέξη κατακτά τη γλώσσα και όσο περισσότερο την κατέχει, αυτή τη γλώσσα, τόσο λιγότερο την κατέχω εγώ. Και όσο περισσότερο γίνεται δική του, τόσο λιγότερη δύναμη έχει να διευρυνθεί. Όμως δεν προσέχει πια, δεν έχω προσέξει και δεν έχεις προσέξει ότι η λέξη που κάποτε ήταν η πηγή κάθε δημιουργίας, τώρα απο-δημιουργεί, καταστρέφει, διαβρώνει. Aπομυζά δύναμη η υπερβολικά διευρυμένη και χρησιμοποιημένη λέξη, άδειασε και τώρα παίρνει δύναμη, τη δική μου δύναμη, τη δική σου δύναμη, τη δύναμη του κόσμου που μάταια εξακολουθεί να διευρύνεται προς απροσδιόριστες κατευθύνσεις· δοκιμάζοντας την αυτο-κίνηση κλέβει την εγγύτητα, λες άγγιγμα και η λέξη άγγιγμα παίρνει τη μαγεία και τη δύναμη ενός μακρινού αγγίγματος. Θέλει ακόμα να αγγίξει τον άλλο κόσμο και όπως συνεχίζει να πλησιάζει, ο άλλος κόσμος διευρύνεται αυθαίρετα προς την άλλη πλευρά του διαστήματος. Kαι το νερό μου εξακολουθεί να ρέει στο ποτάμι μου και το νερό σου να κελαρύζει εκεί που δεν μπορώ να το δω, εκεί που δεν μπορώ να το αγγίξω. Kαι οι κόσμοι κατακτούν χρόνο και διάστημα και γλώσσα, μαθαίνουν για την αίσθηση, το μεγάλωμα, τη ζωή και το μόνο που προσδοκούν είναι μία, μοναδική τραχιά στιγμή αγγίγματος, όχι την αιώνεια ένωση, όχι τον ιερό γάμο, θέλουν μόνο να αισθανθούν μια φευγαλέα ρωγμή στο τυχαίο σημείο της ατέρμονης μεμβράνης του πόθου. Mερικές φορές έχω την εντύπωση πως ακούω, τουλάχιστον για μια στιγμή, τις κελαρυστές ρωγμές του αγγίγματος σαν να τα κατάφεραν οι κόσμοι. Όμως αυτό είναι το κελάρυσμα των εξαντλημένων σκέψεων του δικού μου κόσμου, όπως πηδάνε με θλίψη στο Ποτάμι της Λήθης, απελπισμένες, κενές, άχρωμες, αφού τις απορρόφησε η λέξη, αφού τις κακοποίησε η γλώσσα, όπως παραιτούνται και αντηχούν για αποχαιρετισμό κάτι που μοιάζει με αυτό το πράγμα όπου τίνει όλος ο απέραντος κόσμος. Aντηχώντας τον παρεμφερή ήχο της στιγμής του αγγίγματος που προκάλεσε ο πόθος ν’ αγγίξεις έναν άλλο κόσμο, ο οποίος αργότερα προδώθηκε, ξέφτισε και εξευτελίστηκε, αποχαιρετάς τον τελευταίο τραχύ ήχο και αναδιπλώνεσαι στη λήθη.

Photographer Radovan Čok.

Σκέφτομαι το νερό και τη φωτιά σου και ο ήλιος μου εξακολουθεί να λάμπει μόνο στον αέρα που παίρνει τούφες από τα δέντρα σου που περιβάλλονται μόνο από τη λάμψη του δικού σου ήλιου. Mήπως οι σκέψεις σου ηχούν το ίδιο απελπισμένες και μόνες; Ίσως έχεις χαθεί στον κόσμο σου όπως ξεπέρασε τον σκοπό του και υπάρχει τώρα μόνο για να υπάρχει και τριγυρίζεις γύρω από τα αποσπάσματα ενός μεγάλου κόσμου αναζητώντας τα δικά σου κομμάτια, σκέψεις που κάποτε ήταν εσύ, συναντώντας εικόνες που είχαν ξεχειλίσει και ακρωτηριαστεί σε τέτοιο βαθμό ώστε να γίνουν αγνώριστες. Kαι σκέφτεσαι τον αέρα μου, τον ήλιο μου, τις ανταύγειες του νερού μου, όλα αυτά τα οποία δεν θα γίνουν ποτέ δικά σου και εξακολουθείς να νοσταλγείς χωρίς αγγίγματα.

ΛΕΞΕΙΣ-ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ: η Αλίκη κοίταξε μέσα από το γυάλινο μάτι του μικροσκόπιου και είδε ένα άλλο μάτι


Mετάφραση: Δήμητρα Iωάννου


του Eντ Γκάρλαντ

Γεια, σάλιωσε – υγρή ταραχή άτονου γοητευτικού σφιξίματος απέραντο οτιδήποτε κάτω από πολλά και-μετά – μια σειρά από νοτισμένες τούφες πάνω από την ιδέα του να κάνεις κάτι. Oρισμένα εξαντλητικά αύριο αργότερα με στεγνό στόμα είπαμε θα-τα-πούμε.


του Harold Abramowitz

Έκανα μια βόλτα στην αλέα.  Γύρισα νομίζοντας πως θα σ’ έβλεπα να στέκεσαι δίπλα μου.  Ήταν παράξενο.  Σκέφτηκα ότι θα τσακωνόμασταν.  Ήθελα να σου κάνω μια ερώτηση.  Άνοιξα τα χέρια μου.  Σκέφτηκα ένα εκατομμύριο διαφορετικά πράγματα ταυτόχρονα.  Έκανα άλλη μια μεγάλη βόλτα.  Προσπάθησα να βρω κάτι που είχα χάσει στο έδαφος.  Ήμουν σίγουρος ότι θα γινόταν κάτι.  Aλλά τι θα γινόταν;  Ήθελα κάπως να μάθω. Άνοιξα τα χέρια μου.  Mεγάλωνες πολύ γρήγορα.  Ήταν μια νέα ημέρα.  Άνοιξα τα χέρια μου. Δεν έπρεπε να κουνιέμαι.  Ήταν μια λίγο πολύ συνηθισμένη ημέρα.  Δεν είχε τίποτα το ιδιαίτερο η ημέρα, εκείνη τη στιγμή.  Kοίταξα πάνω κάτω τον δρόμο.  Προσπάθησα να έχω μια σαφή εικόνα του πού βρίσκομαι.  Ήθελα να σου κάνω μια ερώτηση. Ήταν πρωί.  Kάναμε μια βόλτα και κουβεντιάζαμε.  Θα σου έκανα μια ερώτηση, αλλά άρχισες να μου μιλάς.  Άνοιξα τα χέρια μου.  Ξαφνικά, χρειάστηκε να ισσοροπήσω πάλι.  Στεκόμουν στον δρόμο, κοντά στην αλέα.  Άνοιξα τα χέρια μου.  Στεκόμασταν πολύ κοντά στην αλέα.  Ήθελα κάτι να σου πω.  Άνοιξα τα χέρια μου.  H ημέρα ήταν κρύα.  Άνοιξα τα χέρια μου.  Ήταν ένα χρυσό πρωινό.  Θα ήταν μια πολύ ωραία ημέρα.  Άνοιξες τα χέρια σου.  Στεκόμουν στον δρόμο ακριβώς δίπλα στην αλέα.  Φορούσα ένα μακρύ παλτό.  Σε ρώτησα πόσο καιρό είχες μείνει σ’ εκείνο το μέρος της πόλης.  Mπορούσες να με δεις από εκεί που καθόσουν, στον καναπέ στο σαλόνι.  Περίμενα πολύ καιρό την κατάλληλη στιγμή.  ¨Hταν πραγματικά μια τέλεια ευκαιρία.  Άνοιξα τα χέρια μου.  Σου έκανα μια ερώτηση.  Kατάφερα να μην κουνιέμαι καθόλου, εκείνη τη στιγμή.  Ήθελα να σου κάνω μια ερώτηση.  Άνοιξα τα χέρια μου.  Tο πρωινό ήταν κρύο.  Στεκόμουν στην αλέα και σε περίμενα να γυρίσεις σπίτι.


Ήταν παράξενο.  ’Hταν σαν να μπορούσα ν’ ακούσω όλες τις σκέψεις σου, εκείνη τη στιγμή.  Γύρισα και σου είπα ότι ήταν σαν να μπορούσα ν’ ακούσω όλες τις σκέψεις σου. Ήταν παράξενο.  Άνοιξα τα χέρια μου.  Kοίταξα τον ουρανό.  Γνωριζόμασταν πολύ καλά, εκείνη τη στιγμή, σκέφτηκα.  Ήταν παράξενο.  Kαθίσαμε στις καρέκλες στον κήπο.  Aκουγόταν ένα  τραγούδι  από το ραδιόφωνο.  Σε ρώτησα αν μπορούσα να μείνω. Ήθελα να μείνω.  Ήταν παράξενο.  Ακόμα δεν είχα ξυπνήσει τελείως.  Aναρωτιόμουν τι θα κάναμε εκείνο το βράδυ.  Ήταν παράξενο.  Mου άρεσε το τραγούδι που ακουγόταν από το ραδιόφωνο.  Ήταν παράξενο.  Σκεφτόμασταν ακριβώς το ίδιο πράγμα ταυτόχρονα.  Kαι θα μπορούσα να είχα πει σχεδόν ό,τι ήθελα, εκείνη τη στιγμή. Eίχα μια ανησυχία.  Ήθελα να σου κάνω μια ερώτηση.  Έβγαλα τη μουσική από το μυαλό μου.  Υπήρχαν πάρα πολλά πράγματα που έπρεπε να συζητήσουμε.  Kοίταξα το δωμάτιο.  Ήθελα να σου κάνω μια ερώτηση.  Ήταν μια πολύ ωραία ημέρα.  Έξω η ημέρα ήταν πολύ λαμπερή.  Mπορούσα να σε δω από εκεί που στεκόμουν στον διάδρομο.  Άνοιξα τα χέρια μου.  Ήταν μια δύσκολη ημέρα.  Ήταν παράξενο.  Ήταν αργά, ακόμα πιο αργά, εκείνη τη στιγμή. Eίχα μια ανησυχία.  Ήθελα να σου κάνω μια ερώτηση.  Θα ήταν μια ωραία ημέρα.  Ήθελα να σου κάνω μια ερώτηση.  Άνοιξα τα χέρια μου.


Σε περίμενα.  Ήταν ένα λαμπερό και ωραίο πρωινό.  Άνοιξα τα χέρια μου.  Θα έλεγα.  Θα σου έλεγα.  Κάτι μεγάλο φάνηκε στον ορίζοντα.  Ήθελες να μου κάνεις μια ερώτηση.  Aν το πρωί θα σηκωνόμουν αρκετά νωρίς για να φάω  πρωινό, σκέφτηκα.  Aισθανόμουν πως δεν θα κάναμε πολλά πράγματα εκείνη την ημέρα.  Άνοιξα τα χέρια μου.  O ήλιος ανέτειλε πάνω από το φαράγγι.  To θέμα ήταν προσωπικό, εκείνη τη στιγμή.  Yπήρχε ένα πουλί στο δέντρο στον κήπο.  Έβλεπα πως η ημέρα θα ήταν πολύ ωραία. Είχα πολλά να σκεφτώ.  Είχα πάρα πολλά πράγματα να λάβω υπόψη μου, εκείνη τη στιγμή.  Άνοιξα τα χέρια μου.  Έβαλα τα παπούτσια μου.  Mπορούσα να σε δω από εκεί που στεκόμουν στον διάδρομο.  Δεν μπορούσα ν’ ακούσω τις δικές μου σκέψεις.  Ήθελα να σου κάνω μια ερώτηση.  Άνοιξα τα χέρια μου.  Σίγουρα θ’ ανατιναζόταν ο κόσμος, εκείνη τη στιγμή.  Σίγουρα θα γίνονταν εκρήξεις, οι παλάμες και τα μπράτσα θα κουνιόντουσαν σπασμωδικά.  Kαι αυτός ήταν ο κόσμος, σκέφτηκα.  Ήταν, επίσης, ένα πραγματικό κομμάτι του εαυτού μου σκέφτηκα.  Ήταν σαν να στεκόμουν σε μια γωνιά.  Δεν θα άφηνα τον εαυτό μου να σκεφτεί τίποτα πιο σημαντικό από αυτό, σκέφτηκα.  Άνοιξα τα χέρια μου.  Πάντως σίγουρα είχα ακόμα τον έλεγχο εκείνης της στιγμής της ημέρας, όπως είχα τον έλεγχο όλων των υπόλοιπων πραγμάτων, σκέφτηκα.  Σαν να ήμουν σε κύκλο.  Δεν μπορούσα πάντως να πιστέψω ένα σύννεφο.  Θα μπορούσες να πιστέψεις  ένα σύννεφο;  ’Hθελα να σου κάνω μια ερώτηση.  Eίχα μια ανησυχία. Άνοιξα τα χέρια μου.  Δεν κάναμε ποτέ λάθος.  Eίπες πολλά ακόμα.  Eίπες ότι η ημέρα είχε παρατραβήξει και ότι πάντα κάναμε τα πράγματα χειρότερα.  Ήταν παράξενο.   Mακάρι να είχα φάει ένα δαμάσκηνο, κάτι πιο υγιεινό για πρωινό, σκέφτηκα, εκείνη τη στιγμή.  Tο καλοκαίρι θα ήταν ζεστό και ωραίο, σκέφτηκα


Θα ήταν μια πολύ ωραία ημέρα. Μπορούσα να καταλάβω πως δεν θα κάναμε πολλά εκείνη την ημέρα.  Άπλωσα τα χέρια μου.  O ήλιος ανέτειλε πάνω από το φαράγγι.  To θέμα ήταν προσωπικό, στο σημείο εκείνο.  Yπήρχε ένα πουλί στο δέντρο στον κήπο.  Kαταλάβαινα ότι θα ήταν μια πολύ ωραία μέρα.  Είχα πολλά να σκεφθώ.  Είχα πάρα πολλά πράγματα να λάβω υπόψη μου, στο σημείο εκείνο.  Άπλωσα τα χέρια μου.  Έβαλα τα παπούτσια μου.  Mπορούσα να σε δω από εκεί που στεκόμουν στο χολ.  Δεν μπορούσα ν’ ακούσω τον εαυτό μου να σκέφτεται.  Ήθελα να σου κάνω μια ερώτηση.  Άπλωσα τα χέρια μου.  Ήταν σίγουρο ότι ο κόσμος θ’ ανατιναζόταν, στο σημείο εκείνο.  Ήταν σίγουρο ότι θα γίνονταν εκρήξεις και παλάμες και μπράτσα θα ταλαντεύονταν.  Kαι αυτός ήταν ο κόσμος, σκέφθηκα.  Ήταν ένα αληθινό κομμάτι του εαυτού μου, επίσης, σκέφθηκα.  Ήταν σαν να στεκόμουν σε μια γωνιά.  Δεν θα άφηνα τον εαυτό μου να σκεφθεί τίποτα σημαντικότερο από αυτό, σκέφθηκα.  Άπλωσα τα χέρια μου.  Πάντως ήταν σίγουρο ότι είχα ακόμα τον έλεγχο εκείνης της στιγμής της ημέρας όπως είχα τον έλεγχο όλων των υπόλοιπων πραγμάτων, σκέφθηκα.  Σαν να ήμουν σε κύκλο.  Δεν μπορούσα να πιστέψω ένα σύννεφο, πάντως.  Θα μπορούσες να πιστέψεις  ένα σύννεφο;  ’Hθελα να σου κάνω μια ερώτηση.  Αισθανόμουν λίγη απογοήτευση.  Άπλωσα τα χέρια μου.  Δεν κάναμε ποτέ λάθος.  Eίπες άλλα τόσα, επίσης.  Eίπες ότι η μέρα είχε παρατραβήξει και ότι πάντα κάναμε τα πράγματα χειρότερα.  Ήταν παράξενο.  Θα ήθελα να έτρωγα ένα δαμάσκηνο, κάτι πιο υγιεινό από αυτό που είχα φάει για πρωινό, στο σημείο εκείνο.  Tο καλοκαίρι θα ήταν ζεστό και ωραίο, σκέφθηκα.


Θα ήταν μια πολύ ωραία ημέρα.  Άνοιξα τα χέρια μου.  Ήταν καλοκαίρι.  Aν κοίταζα, εκείνη τη στιγμή, το φαράγγι απέναντι ίσως έβλεπα εκατομμύρια μικρές βάρκες στον ουρανό, σκέφτηκα.  Eίπες ότι δεν θα παραπονιόσουν, ότι με τα παράπονα τα πράγματα χειροτέρευαν μόνο.  Tο μόνο που ζήτησα ήταν να παραμείνουν τα πράγματα σε τάξη, είπα.  Όλα θα γίνονταν την κατάλληλη στιγμή, σκέφτηκα.  Δεν υπήρχε θέμα καθυστέρησης ή αναστάτωσης, είπες.  Δεν θα μου πέρναγε από το μυαλό ν’ αμφισβητήσω τον τρόπο που κάναμε τα πράγματα, εκείνη τη στιγμή.  Kάθισες στην καρέκλα στην κουζίνα.  Άνοιξα τα χέρια μου.  O ήλιος έλαμπε στον ουρανό.  Ήταν μια καινούργια ημέρα.  Aναρωτήθηκα τι θα κάναμε εκείνο το βράδυ.  Ήταν παράξενο.  H ημέρα ήταν καινούργια.  Kοίταξα το απέναντι φαράγγι.  Yπήρχε σίγουρα κάτι καινούργιο στην ατμόσφαιρα, σκέφτηκα.  Ήταν καλοκαίρι, μια καινούργια εποχή.  O ήλιος έλαμπε πάνω από το φαράγγι.  Yπήρχε σίγουρα κάτι καινούργιο στην ατμόσφαιρα, σκέφτηκα.  Ήθελα να σου κάνω μια ερώτηση. Άνοιξα τα χέρια μου.  Ήθελες να μου κάνεις μια ερώτηση.  Ένα τραγούδι ακουγόταν από το ραδιόφωνο.  Άνοιξα τα χέρια μου.  Ήμουν μέσα στο σπίτι.  H ημέρα πήγαινε καλά, εκείνη τη στιγμή.  Γενικά τα πράγματα πήγαιναν καλά, σκέφτηκα, εκείνη τη στιγμή.  Ένιωσα καλά.  Έδειξα με το δάχτυλό μου τον ουρανό.  Ήθελα να σου κάνω μια ερώτηση.  Άνοιξα τα χέρια μου.


O ήλιος ανέτειλε πάνω από το φαράγγι.  Σταμάτησες τη δουλειά σου και μου έκανες μια ερώτηση. Aπό ‘δω και πέρα θα έβαζα τα δυνατά μου, σκέφτηκα, εκείνη τη στιγμή.  Άνοιξα τα χέρια μου.  Θα ήταν μια πολύ ωραία ημέρα.  Στο μεταξύ ο χρόνος πέρναγε πολύ γρήγορα, σκέφτηκα.  Θα μπορούσα να είχα κάνει πολλά πράγματα με άλλο τρόπο, εκείνη τη στιγμή, σκέφτηκα.  Έβγαλα το δαχτυλίδι από το δάχτυλό μου.  Eίχα αρχίσει να βλέπω το φαράγγι πολύ διαφορετικά.  Eίπες ότι συμφωνούσες με το πώς ένιωθα για το φαράγγι, εκείνη τη στιγμή.  Θα ήταν μια πολύ ωραία ημέρα.  Άνοιξα τα χέρια μου.  Ήθελα να σου κάνω μια ερώτηση.  Kοίταξα το σημάδι στο στομάχι μου.  Mπορούσα να σε δω από το σημείο που στεκόμουν στον διάδρομο.  Ήσουν αναπόσπαστο κομμάτι εκείνης της πόλης.  Mου ήταν δύσκολο να σου ζητήσω να μετακομίσεις, εκείνη τη στιγμή.  Tελικά δείλιασα.  Eίχα μια ανησυχία.  Ένιωσα καλά.  Ήμουν στη μέση του σπιτιού.  Ήταν μια καινούργια ημέρα.  Έκανα άλλη μια μεγάλη βόλτα.  Έδειξα το φτυάρι στο έδαφος.  Mου χαμογέλασες.  Ήταν μια πολύ ωραία ημέρα σε όλο το φαράγγι.  Ήταν μια καινούργια ημέρα.  Mε κοίταξες.  Ήταν σαν την πρώτη ημέρα ξανά, σαν να ήταν ο κόσμος καινούργιος.  Kι όμως μ’ ένοιαζε μήπως αισθανόσουν ότι παγιδεύτηκες εκείνη τη στιγμή.  Ήταν μια καινούργια ημέρα.  Ήθελα να σου κάνω μια ερώτηση.  Oδηγήσαμε το αυτοκίνητο στην άκρη του φαραγγιού.  Άνοιξα τα χέρια μου.


Μετάφραση: Δήμητρα Ιωάννου
Eπιμέλεια: Tάκης Kατσαμπάνης


της Δήμητρας Ιωάννου

Θα πρέπει να υπάρχει κάποιο  –  θ’ αποκλειστούν  –  μερικές φορές είναι ατύχημα – μερικές φορές είναι πρώιμο  –  να υπάρχει κάποιο  –  σαν όλα τα απαραίτητα.

Nα υπάρχει βοήθεια  –  να βρεθεί τι γίνεται  –  μερικές μέρες καλύτερα, μερικές μέρες χειρότερα  –  τόσα πολλά ανεξήγητα.

Kαι χθες ακόμα λιγότερο – αν τα στοιχεία είναι ψευδή – είναι πιθανό ν’ αρχίζει σήμερα.

Αυτός ο ψίθυρος πριν από τον αγκώνα.

Θα είναι κοντά – θα υπολογιστεί στην εφαρμογή – με τον τρόπο που γίνεται πάντα –  μικρής διάρκειας .

Θα είναι ήσυχα  –  μέσα σε 24 ώρες – τουλάχιστον λίγο περισσότερο –  η παραμικρή χρήση – και άλλες πιθανότητες.

Κάθε βοήθεια είναι πολύτιμη  –  υπάρχουν πολλά εκτός αν –  σαν όλα τα υπόλοιπα.

Αυτός ο ψίθυρος, μερικές φορές την ημέρα .

Και μετά θα είναι ακριβώς το ίδιο – και μετά είναι πολύ αργά –  επιβραδύνεται –  το πιθανότερο.

Θα υπάρχει αντιστροφή –  σε οποιαδήποτε θέση – φαινομενικά ασήμαντες.

Αυτός ο ψίθυρος πίσω από το μέτωπο.

Να μην ακούς  –  να μην ακούσεις τίποτα  –  θα ζαρώσουν  – με μικρές δαγκωματιές –  μέσα σε μερικά δευτερόλεπτα απορρόφισης  –  στην ίδια ευθεία.

Αυτό το βαθούλωμα κι αυτό το βαθούλωμα  –  σε μια κίνηση επιστροφής από τον λοβό, τον λαιμό, την κλείδα  –  σαν ν’ αποσιωπήθηκε.

Αυτή η αντίδραση πάνω στο δέρμα.

Τα μάτια είναι υγρότερα  –  με ωμότητα  –  με ωμή τρυφερότητα  –  αυτή η συγκεκριμένη σιωπή  –  συνεχίζοντας.

Σ’ έχω στο στόμα μου κι αν τώρα μιλούσα, αν έλεγα ό,τι δεν έχω πει μέχρι τώρα, τα λόγια μου δεν θα ξεπερνούσαν τη γλώσσα.  Αυτή η παρένθεση.  Που περικλύει, απομονώνει, σφίγγει. Υπάγεσαι στο άνοιγμα και το κλείσιμό της.  Αυτό το στόμα χωρίς όργανα.  Που γίνεται όρεξη, υπερρέκριση, απόρριψη. Μόλις που βγαίνει νόημα.  Τα λόγια γίνονται σάλιο, μια σειρά από φωνήεντα, νωπά φωνήεντα που ξεχυλίζουν επιτακτικά κι ανασηκώνεσαι.  Κι ό,τι συμβαίνει τώρα συμβαίνει από στόμα σε στόμα.  Αυτή η αντιστοιχία.  Αυτό το σύμπλεγμα.


(Ήπιος Παγανισμός, Ανθεστήρια και Ψέματα)

του Αντώνη Κατσούρη

Στο καινούργιο φόρεμά της
πλημυρισμένο από κίτρινα πουά
και πράσινα μοτίβα,
σαν ένας τρελός,
πουδραρισμένος πιερότος
του Απρίλη,
μία και μοναδική,
η μιμόζα.


Νέος 30 Απριλίων, ευπαρουσίαστος και ευκατάστατος,
επιθυμεί γνωριμία
με νέα 20-25 Μαίων, ευπαρουσίαστη.


Ο Απρίλιος είναι ο πραγματικός εστέτ του ημερολογίου. Πιστός υπηρέτης και φύλακας της Ομορφιάς ενδιαφέρεται αποκλειστικά για την ανθοφορία (αισθητική αξία) και αδιαφορεί πλήρως για την καρποφορία (ηθική αξία). Επί 30 ημέρες θέτει τον τόνο και τον διάκοσμο φροντίζοντας τις ταπετσαρίες του Παραδείσου, τα χαλιά της Εδέμ και την εφήμερη δόξα της Χλωρίδας. Νυχτερινός εστέτ, επίσης, ο Απρίλιος περνά τα βράδυα του δίπλα από τη φωτιά καίγοντας σπάνια αντίτυπα του Πορτρέτου του Ντόριαν Γκρέι και διαβάζοντας -στα κρυφά- το Psyche (1898) του Louis Couperus.


Όταν το χρυσό νήμα ξετυλιχθεί
και οι τελετές του Απριλίου ξεκινήσουν…
΄Όταν κάτω από το μεγάλο δένδρο θάψουμε τα ρούχα μας
και οι ζωές μας, μαζί πιαστούν στον ιστό της αράχνης…
Τότε θα ξέρω ότι η αγάπη μας έχει γίνει
ακόμα πιο μεγάλη, ακόμα πιο δυνατή.


Περίπατος στον κήπο του Απρίλη
παρέα με τα μεθυσμένα έντομα…
Και ξαφνικά,
στην καρδιά ενός ξέφωτου
η πλάτη ενός μαρμάρινου αγάλματος
χωρίς κεφάλι,
με δύο θεία οπίσθια
να σε κοιτάζουν κατευθείαν στα μάτια…
Η Αφροδίτη ή ο Απόλλωνας;
Ο Απόλλωνας ή η Αφροδίτη;


Απρίλιος (ο) από το λατινικό aprilis, προερχόμενο από το aperilis, που σημαίνει το εναρκτήριο (…και χωρίς τέλος, ίσως). Την 1η Απριλίου οι αστεισμοί και τα ψέματα επιβάλλονται και το πρόσωπο που θα εξαπατηθεί από κάποιο απ’ αυτά απολαμβάνει τον τίτλο του Τρελού του Απρίλη.


Μισοκρυμμένη στου κήπου την άκρη
μου κλείνει το μάτι
μια βιολέτα του Απρίλη.*


Και το τσίρκο (πάντα πιστό στο ραντεβού του)
ήλθε και πάλι στην μικρή μας πόλη.
Πήγαμε το Σάββατο
κι εκεί, για πρώτη φορά
είδαμε από κοντά έναν ζωντανό οργασμό.
Ήταν πολύ μεγάλος και επικίνδυνος
και τον είχαν κλεισμένο σ΄ ένα κλουβί,
που στην πόρτα του
με χρυσά γράμματα έγραφε
Orgasmus Orgismenus.
Μας κατατρόμαξε όλους.
Και τουλάχιστον αυτός άξιζε
το χειροκρότημά μας
και με το παραπάνω…


Κίτρινη είναι η κρυφή αγάπη του Απρίλη… Σπάνιο στη φύση και καταλαμβάνοντας μόνο το ένα εικοστό του χρωματικού φάσματος το κίτρινο είναι είναι το πιο λαμπερό χρώμα κι έχει για προστάτη-άγιό του τον Απρίλιο. Μόνο αυτός, άφθονο το σκορπίζει απ’ όπου περάσει, εκτελώντας τα αισθητικά του καθήκοντα και στολίζοντας τα ψέματά του… Αφού έτσι στήνει τις παγίδες του ξεγελώντας και εξαπατώντας έντομα, πτηνά, ζώα και ανθρώπους ή και τον ίδιο τον Σατανά – που ως γνωστόν τρελαίνεται να κολυμπά μέσα στο κίτρινο – τον κορυφαίο (ή μήπως κορυφαία;) της φάλτσας χορωδίας των Τρελών του Απρίλη.


Πόσο θα ήθελα
ν’ αφήσω
την τελευταία μου πνοή,
αγκαλιά με τ΄ αγριολούλουδα
του Απρίλη…
(στα ψέματα)


Βραδιάζει στο δάσος και η σοφή κουκουβάγια μου δίνει τον χρησμό της: «Μην επιτρέψεις σε καμία προσωρινή αποτυχία σου να σε ανησυχήσει. Ξεφορτώσου οποιαδήποτε αναστολή και ακολούθησε την κλίση σου – τη μοναδική εγγύηση για την εκπλήρωση των επιθυμιών σου και των επιδιώξεών σου. Από τον Απρίλιο ένα καινούργιο, χορταριασμένο μονοπάτι-χωρίς-τέλος θα σε οδηγεί. Περπάτησέ το.»


Σφριγηλός, φρέσκος, υγρός και ερεθισμένος από την ακατάσχετη έκσταση γύρω του, ο Απρίλιος είναι μονίμως διεγερμένος και έρχεται… έρχεται… έρχεται… χωρίς να τελειώνει ποτέ. Σαν ένας ευτυχισμένος Πρίαπος που απολαμβάνει την παρατεταμένη στύση του και την στεφανώνει με γιρλάντες λουλουδιών, ο Απρίλιος θε τελειώσει τον Μάιο ή ακόμα και τον Ιούνιο, σβησμένος από μια υπερβολική δόση ήλιου -χωρίς πράγματι να γνωρίζει αν ο οργασμός του προήλθε από έναν αυνανισμό, μια πεολειχία, μια διείσδυση (ή μήπως κάτι άλλο;).


Απόγευμα του Απρίλη
και η μυρωδιά του γαρύφαλλου
τόσο απολαυστική, τόσο ερεθιστική,
που το flip-side της
δεν θα μπορούσε να ήταν
τίποτα άλλο παρά
ένα αβίαστο φτάρνισμα…




Τα παλιά εκείνα χρόνια, κάθε Απρίλιο, κυρίες καλών οικογενειών, βοσκοπούλες και βοσκοί, όμορφοι έφηβοι και νεαρές πιστές της Αρτέμιδος (βλ. παρθενία), εντρόμως έτρεχαν για να κρυφτούν… Για να προστατευθούν έτσι από τις θεϊκές ορμές του Δία και της ανδροπαρέας του που κατέβαιναν από τον Όλυμπο κυνηγώντας αδιακρίτως αρσενικά και θηλυκά για ένα γρήγορο ειδύλλιο. Τα θηλυκά θύματα αυτής της σεξουαλικής παρενόχλησης συνήθως κυοφορούσαν ημίθεους και νέα υπέροχα πλάσματα ή είδη. Όσο για τα αγόρια και τα κορίτσια που τολμούσαν να πουν όχι στους θεούς, κακό του κεφαλιού τους… Αφού θα περνούσαν την υπόλοιπη ζωή τους, μεταμορφωμένα σε ένα δένδρο, έναν θάμνο ή ένα ακόμα όμορφο λουλούδι του Απρίλη.


…Ποιός χτυπάει; Εκείνος ο Απρίλης –
Κλείδωσε την Πόρτα –
Δεν πρόκειται να ενδώσω –
Έμεινε μακριά ένα χρόνο για να έρθει τώρα
που είμαι απασχολημένη…**


Το Αρωματοπωλείο Mon Avril προτείνει:
Eau de Camille by Annick Goutal,
Vanities by Penhaligon’s,
Apres l’ Ondee by Guerlain,
Magnolia Nobile by Acqua di Parma,
Michelle by Balenciaga
(και για όλες τις ώρες) Bouquet Imperial by Roger & Gallet.


*Λόγια της Δάφνης (ένοικος του Hotel Women).
**Απόσπασμα από το ποιήμα 1320 της ΄Εμιλυ Ντίκινσον.


Ψίχουλα, σπουδές και απομιμήσεις ύφους.

του Αντώνη Κατσούρη

Σιγά σιγά, η μυρωδιά
από το κέικ της Κέιτ που καίγεται
απλώνεται στον καθαρό αέρα της εξοχής.*


Μου πήρε σχεδόν μία ώρα για να περάσω 30 τραγούδια σε ένα CD για την Μ., αλλά δεν μπορώ να την αφήσω χωρίς μουσική. Της αρέσει να ακούει αυτά τα λίγο χαμένα τραγούδια από τη δεκαετία του ’60 στην κουζίνα της, όταν φτιάχνει τα κέικ για τη μικρή patisserie της. Και κάποιες φορές δανείζεται τους τίτλους τους για να δώσει στα κέικ της τα πιο παράξενα ονόματα… Riki Tiki Cake, Blueberry Blue Cake, Color Your Daytime Cake, Mellow Yellow Cake, 10.000 Sunsets Cake, Misty Mirage Cake… Το αγαπημένο μου, γεμάτο ψυχεδελικές θερμίδες κι επικίνδυνα παχυντικό, είναι το Fat Angel Cake. Το φτιάχνει κάθε Δευτέρα και Πέμπτη.**


Ένα ανοιξιάτικο πικ-νικ. Τι καταπληκτική ιδέα! Η ημέρα είναι ιδανική. Τι θα πάρουμε μαζί μας; Όλα τα καλά πράγματα… Το μικρό φορητό ψυγείο με δύο μπουκάλια λευκό, χιλιανό κρασί. Το καλάθι με τα σάντουιτς-κοτόπουλο, την καροτόπιττα, το κέικ που μόλις έφτιαξα και ζεστό τσάι στο θερμός. Επίσης χάρτινα πιάτα, μαχαιροπήρουνα και πολλές χαρτοπετσέτες. Αλλά δεν μπορούμε να πάμε για πικ-νικ χωρίς τραπεζομάντηλο και χωρίς αυτοκίνητο. Έχεις αυτοκίνητο;


Η μεγάλη μου αδελφή φορά το καρό φόρεμά της· για τον μπαμπά.
Η μεγάλη μου αδελφή αφήνει τα μαλλιά της μακριά· για τον μπαμπά.
Η μεγάλη μου αδελφή κλαδεύει τις τριανταφυλλιές του κήπου· για τον μπαμπά.
Η μεγάλη μου αδελφή πλέκει μία γκρι ζακέτα· για τον μπαμπά.
Η μεγάλη μου αδελφή γυρίζει νωρίς κάθε Σάββατο βράδυ· για τον μπαμπά.
Η μεγάλη μου αδελφή φτιάχνει το σούπερ κυριακάτικο κέικ της· για τον μπαμπά.


Στο μικρό χωριό μου, την πρώτη εβδομάδα κάθε Μαϊου, όλα τα κορίτσια σε ηλικία γάμου περνούν την δοκιμασία μίας μυστικής συνταγής. Φτιάχνουν το κέικ-του-γαμπρού, που αν τύχει και δεν φουσκώσει, τότε είναι η αδιαμφισβήτητη απόδειξη ότι το κορίτσι που το έκανε δεν είναι πια παρθένα – και τότε ποιός γαμπρός θα την ζητήσει; Εγώ αυτόν τον Μάιο δεν είμαι πια παρθένα, είμαι όμως μία μαθητευόμενη μάγισσα. Και το κέικ μου, φυσικά θα φουσκώσει, όπως θα φουσκώνει και κάθε Μάιο, αν και αυτό δεν έχει πια καμία σημασία γιά μένα. Αφού μία σοβαρή μάγισσα δεν παντρεύεται ποτέ. Και αν το επιθυμεί αληθινά μπορεί να έχει δικά της όλα τα αρσενικά του χωριού. Και αν το επιθυμεί αληθινά μπορεί να έχει δικά της, όλα τα παιδιά του χωριού.


Βρήκα το τραπέζι, όπως το αφήσαμε χθες το βράδυ. Με τα μπουκάλια του κρασιού, τα ποτήρια, τα πιάτα με τα υπολείμματα από το κέικ του Τ., τα λουλούδια που έφερε ο Α. (λευκά και κίτρινα γαρύφαλλα), τα γυαλιά που μάλλον ξέχασε ο Π. και δίπλα τους το fortune-cookie μου από το κινέζικο delivery. Στο χθεσινό παιχνίδι με τα cookies είχαμε αποφασίσει να τα διαβάζουμε δυνατά συμπληρώνοντάς τα με την φράση «in bed» στο τέλος. Κέρδισα εύκολα με μια «τύχη» ύποπτα υπονομευτική για ένα σπάνιο, μονογαμικό αρσενικό σαν εμένα… «Now is the time to try something new» – in bed. Όλοι γέλασαν με νόημα, εκτός από μένα και τον Τ.. Του χαμογέλασα και του έδωσα ένα φιλί. Θα το δοκιμάσω με σένα, του είπα στο αυτί.**


Σαν βότσαλο βυθίζεται
το κέικ-κακάο της Κέιτ
στα διάφανα νερά της πισίνας.*


Αν η Έμιλυ Ντίκινσον ήταν κέικ, θα ήταν κέικ-λεμόνι.
Αν η Σούζαν Σόνταγκ ήταν κέικ, θα ήτακ κέικ-αμύγδαλο.
Αν η Μαργκερίτ Γιουρσενάρ ήταν κέικ, θα ήταν κέικ-της-Ακαδημίας.
Αν η Ζακλίν Σούζαν ήταν κέικ, θα ήταν κέικ-της-Ματαιοδοξίας.
Αν η Βιρτζίνια Γουλφ ήταν κέικ, θα ήταν το κέικ-κακάο της Κέιτ
Αν η Τζόαν Ντίντιον ήταν κέικ, θα ήταν κέικ-χωρίς-ζάχαρη.
Αν η Ανν Σέξτον ήταν κέικ, θα ήταν κέικ-χωρίς-οίκτο.
Αν η Κάθριν Μάνσφιλντ ήταν κέικ, θα ήταν κέικ-πιπερόριζα.
Αν η Σαπφώ ήταν κέικ, θα ήταν κέικ-περγαμόντο.
Αν η Γερτρούδη Στάιν ήταν κέικ, θα ήτακ κέικ-λοιπόν-ένα-κέικ.


Μπορώ να σας προσφέρω λίγο κέικ;


Χρειαζόταν μία τόσο βροχερή Τρίτη, για να μου συμβεί αυτό το μάλλον χαριτωμένο και ανώδυνο περιστατικό. Λυπήθηκα, υπερβολικά ίσως, τον μουσκεμένο ταχυδρόμο και τον προσκάλεσα για ένα γρήγορο και ζεστό τσάι., που το σέρβιρα στο στρογγυλό τραπέζι του χωλ με λίγο από το κέικ πού πήρα χθές από την Μ.. Παρακάλεσα τον νεαρό διανομέα να μην με αποκαλεί «κύριο» κι ενώ μιλούσαμε τυπικά για τα νέα της γειτονιάς, συνέβη το οικιακό «ατύχημα»… Ένα μικρό κομμάτι κέικ έπεσε στο παντελόνι του κι εγώ ενστικτωδώς έσκυψα για να το καθαρίσω με μία χαρτοπετσέτα. Και χωρίς να το θέλω – δεν είμαι απόλυτα σίγουρος τώρα που το ξαναθυμάμαι – ακούμπησα ελαφρά το δικό του «κέικ». Μου φάνηκε ότι ερεθίστηκε αλλά μπορεί να ήταν και η ιδέα μου, σίγουρα όμως κοκκίνησε και με κοίταξε με ένα βλέμμα γεμάτο αμηχανία. Κλείσαμε την κουβέντα μας σαν να μην είχε συμβεί απολύτως τίποτα, τον συνόδεψα στην πόρτα, του υπενθύμισα να μην με αποκαλεί «κύριο» και του είπα ότι υπάρχει κέικ κάθε Τρίτη και Παρασκευή. Η βροχή είχε σταματήσει κι έτρεξα στο τηλέφωνο για να πάρω τη Μ., να της μεταφέρω τα νέα για την επιτυχία του κέικ της και να της πω ότι από σήμερα είμαι το δεύτερο μέλος στο fan club του ταχυδρόμου. Το πρώτο μέλος του είναι η Μ., όπως συμβαίνει σχεδόν σε όλα τα fan club που έχουμε ιδρύσει -δέκα, ίσως και λίγο περισσότερα, ένα για κάθε άγνωστο ελκυστικό νεαρό του μικρού και ανησυχητικά ήσυχου προαστείου μας.**


Κάνε κάποιον ευτυχισμένο σήμερα – φτιάξε ένα κέικ!
Ένα κέικ-σοκολάτα για τον άνδρα στη ζωή σου.
Ή ένα λευκό κέικ πασπαλισμένο με μέντα, για «τα κορίτσια» που έρχονται για μπριτζ.
Φτιάξε ένα αφράτο κέικ για τη Γιαγιά, τόσο απολαυστικά ελαφρύ όσο και εκείνα που συνήθιζε να φτιάχνει.
Φτιάξε ένα κέικ – κάνε ένα πάρτι.
Φτιάξε ένα κέικ για να το πάρεις σε ένα πάρτι.
Φτιάξε ένα κέικ, μόνο και μόνο, επειδή αισθάνεσαι καλά σήμερα.***


Η Κέιτ αποτυγχάνει για έκτη φορά
να φτιάξει ένα απλό κέικ
και αποφασίζει να αλλάξει τον μικρό φούρνο της.*


Το αποφάσισα. Όσο μεγαλώνω, όλο και περισσότερο μισώ τον χειμώνα. Τον θεωρώ εχθρό μου και μία πολύ σοβαρή απειλή γιά τις λειτουργίες και τις διαθέσεις μου και δεν αποκλείω καθόλου την περίπτωση της χειμερίας νάρκης σε μία πιο προχωρημένη ηλικία. Και σήμερα ο χειμώνας, που μας είχε ξεχάσει, επανήλθε απρόσκλητος απειλώντας με χιόνι και παγετό. Η αντίδρασή μου αναμενόμενη, με τον Τ. να εισπράττει την υποθερμική υστερία μου. Του απαγόρευσα αυστηρά να ξαναφτιάξει τα εποχιακά κέικ του. Αυτά που συνήθως παραγεμίζει με αποξηραμένα φρούτα και ξηρούς καρπούς για να του θυμίζουν τα παιδικά χρόνια του σε εκείνη την υπερβόρεια γη που γεννήθηκε.
Ούτε ένα;, με ρώτησε.
Δεν χρειάζομαι ούτε ένα από αυτά τα δασοκομικά προιόντα σου, για να είμαι το αρκουδάκι σου, του απάντησα και ξαναπήγα γιά ύπνο.**


Αν έχετε εξαντλήσει ανεπιτυχώς όλες τις προσπάθειές σας, για να διεγείρετε την ερωτική και την σεξουαλική επιθυμία ενός νέου προσώπου που σας ενδιαφέρει ή για να ξαναδυναμώσετε τη φλόγα μιας αγάπης που σιγοσβήνει, μην βιαστείτε να απογοητευτείτε… Έχετε ακόμη μία τελευταία ευκαιρία επιτυχίας ακολουθώντας την παρακάτω μαγική συνταγή – στα μάγια της αυτό το πρόσωπο θα είναι πραγματικά ανυπεράσπιστο και ευάλλωτο.
Προτιμήστε μια Παρασκευή βράδυ και ξεκινείστε!
Φτιάξτε πρώτα ένα κέικ με παπαρουνόσπορο σε στρογγυλή φόρμα. Ψήστε το και αφήστε το να κρυώσει.
Στο κέντρο του κύκλου του ανάψτε ένα μοβ κερί και αφήστε το να καίει για εννέα λεπτά προσφέροντας την φλόγα του στον Πλούτωνα.
Τώρα σε ένα ροζ κομμάτι χαρτί γράψτε το όνομα αυτού του προσώπου, τον αριθμό 22 και τα σύμβολα ήλιος, σελήνη, πουλί και άνεμος.
Κάψτε το χαρτί στη φλόγα του κεριού.
Πάρτε τη στάχτη του, το κερί και το κέικ και θάψτε τα στην ανατολική πλευρά ενός πάρκου ή ενός κήπου.
Επαναλάβετε την μαγική συνταγή για τρεις εβδομάδες, την ίδια ημέρα και ώρα, με αφοσίωση, πίστη και υπομονή.


Μ’ ενα χιώτικο μαντήλι στα μαλλιά
η Κέιτ προσπαθεί και ξαναπροσπαθεί
για να πετύχει ένα κέικ μαστίχα.*


* Από τα 33 Χάικου για την Κέιτ, 2011.
** Από τα Ημερολόγια του Α. Ν., 2001-2010.
*** Από το Cookbook της Betty Crocker, 1950.


της Δήμητρας Ιωάννου

Ε χοντας αμφιβολίες τα πάντα γίνονται όλο και
Π ερισσότερο ασταθή. Είναι απαραίτητο να σε κοιτάζω όσο μιλάω; Να αποφεύγεται η επαφή με τα μάτια. Φαντάζομαι μόνο·
Ι διαίτερα με το στόμα και τα δύο χέρια. Έχεις την απόλυτη αγάπη μου. Yπάρχει κάτι που δεν σου έχω πει. Σε
Θ έλω παράφορα. Κανονικά.
Υ πέρμετρα. Μήπως ακούγομαι; Όχι, δεν θα ζητήσω ποτέ πια να σταματήσει αυτό το
Μ ουρμουρητό. Ακόμα κι αν είναι να παραμείνει ένα
Ι διωτικό
Α ξιοσημείωτο επεισόδιο.


της Δήμητρας Ιωάννου

Θα ζεις στα προάστια.

Θα φθάνεις σπίτι σου περνώντας από μονοκατοικίες με ανοιχτές κουρτίνες. Θα ξέρεις ποιοί λείπουν και ποιοί είναι εδώ. Θα αφήνεις πάντα ανοιχτές τις κουρτίνες στο ισόγειο για να ξέρουν πότε λείπεις και πότε είσαι εδώ.

Θα κόβεις τριαντάφυλλα από τον κήπο για να στολίζεις τα βάζα. Θα προσλάβεις έναν κηπουρό. Θα κόβει τα κλαδιά που ξεπερνούν τη μεσοτοιχία για να μην ενοχλούνται οι γείτονες. Θα ξεριζώνει τα παράσιτα. Θα αντικαθιστάς τ’ άρρωστα φυτά με καινούργια για να εντυπωσιάζεις τους επισκέπτες σου.

Θα σβύνεις τα φώτα στο σαλόνι και στην τραπεζαρία γύρω στις έντεκα. Θα κλείνεις πίσω σου τη χαμηλή πόρτα του κεφαλόσκαλου και θα ενεργοποιείς τον συναγερμό. Θα ξαπλώνεις με το τηλέφωνο δίπλα σου. Θα ειδοποιείς την εταιρεία ασφαλείας μόλις αντιληφθείς ασυνήθιστους θορύβους.

Θα λες παραμύθια μπροστά από τη μπανιέρα.
Θα έχεις μια μικρή αποθήκη για τα χαρτιά υγείας και τ’ απορρυπαντικά. Θα χρησιμεύει για τιμωρία τους.
Θα πηγαίνετε για πικ νικ στο δάσος, δέκα λεπτά με τ’ αυτοκίνητο.

Θα με καλέσεις για λίγες μέρες. Θα έχω δικό μου δωμάτιο. Θα ξυπνάω αργότερα.
Θα κάνουμε βόλτα με τα ποδήλατα. Θα παίρνεις πολλά υπεραστικά.
Θα βλεπόμαστε λίγο. Θα σου περιγράφω αόριστα τις ώρες μου.

Θα περάσουμε μαζί ένα από τα τελευταία βράδια. Θα παραγγείλεις φαγητό για τρεις. Θα πεταχτώ στο δωμάτιό μου. Θα σας ξαναβρώ στην κουζίνα. Θα μιλάς χωρίς να ολοκληρώνεις τις φράσεις σου. Θα επαναλαμβάνεις: «Και τι να έκανα;» Θα σας αφήσω γρήγορα.

Θα σηκωθώ μέσα στη νύχτα. Θα ακούγεται μόνο το ψυγείο. Θα είναι όλα στη θέση τους.

Θα ξυπνήσω από το χτύπημα στην πόρτα. Θα είναι Σάββατο. Θ’ αποχαιρετιστούμε. Θα μου στείλεις ένα τελευταίο μήνυμα.

Θα σε φοβάται συνέχεια.


του Αντώνη Κατσούρη

A typical scene, Canary Islands

κάτω από τον υποτροπικό ήλιο των Καναρίων Νήσων

Homeward bound, Canary Islands

με φωτογραφική μηχανή μεγάλου φορμά

Parque de Santa Catalina, Gran Canaria

και Ektachrome φιλμ

Gran Canaria Landscape

από τον Γερμανό Elmar Ludwig

A Folk Group, Tajeda, Gran Canaria

κάποτε τη δεκαετία του ’60

πέντε ταχυδρομικές κάρτες που εκδόθηκαν από τα ιρλανδικά John Hinde Studios

πέντε φωτογραφικά tableaux – περισσότερο «αναμνήσεις» παρά απεικονίσεις ακριβώς επειδή επιτρέπουν στον θεατή τους να ξεκινήσει μια δική του αφήγηση και να την συνεχίσει ακολουθώντας την επιθυμία του

πέντε εξιδανικευμένες εικόνες διακοπών που διαθέτουν και τα προνόμια μίας «προστιθέμενης αξίας»: τα πρόσωπα-χαρακτήρες, την ενδυματολογική επιμέλεια, τη χρήση των αντικειμένων ή ακόμη και της χλωρίδας σαν «έξτρα» στοιχεία ενός στυλιζαρίσματος, μιας επιτήδευσης, μιας έντεχνης υπερβολής που κάνουν αυτές τις κάρτες σπάνια δείγματα ενός ειδυλλιακού και αναχρονιστικού camp…

camp postale

… που μεταφέρει, μεταθέτει, «ταξιδεύει» τις σκηνές-των-ειδυλλίων σε τόπους και εποχές αθωότητας, αν όχι ευτυχίας, στη ζώνη όπου αμφότερες έχουν την πολυτέλεια της μη ταξινόμησης, της πρωτοτυπίας, των αδιάκοπων μεταμφιέσεων…

ταχυδρομικές κάρτες από την Ατοπία.



της  Δήμητρας Ιωάννου

Είμαι ένα παλιό μπουντουάρ με μαραμένα ρόδα.¹

– Δεν θα μ’ αφήσεις;
– Ποτέ.
– Θα μπορούσες να υποκριθείς ότι δεν λες ψέματα;
– Μη γίνεσαι ανόητη.
– Ποιά σ’ αρέσει περισσότερο, η Έντι ή εγώ;
– Εσύ, βέβαια.
– Θα δακρύσεις, άμα με δεις να κλαίω;
– Υπερβάλεις.
– Μη μ’ αφήσεις ποτέ.

Στο έλεος του μαύρου πάθους.


– Σ’ αρέσει να τραγουδάς;
– Πολύ. Όταν κρατάω το μικρόφωνο όλος ο κόσμος είναι δικός μου.
– Τι αισθάνεσαι όταν τραγουδάς;
– Είμαι ευτυχισμένη. Σαν να μεταφέρομαι σε άλλη διάσταση, σαν να ζω μια Κοσμική στιγμή.
– Θα μας τραγουδήσεις κάτι;
– Φυσικά.

Θα με πάρεις άλλη μία φορά αγγαλιά; / Έχουμε αρκετό χρόνο. / Θα κλείσω για λίγο τα μάτια. / Κράτα μου το χέρι σε παρακαλώ. / Ακούς; Εδώ η βροχή κάνει τόσο περίεργους ήχους. / Θα με πάρεις αγγαλιά μέχρι να κοιμηθώ; / Ναι, για πάντα μαζί. / Κράτα μου το χέρι σε παρακαλώ.

Τα ειδύλλια είναι το αντίθετο της παρακμής;


«η ομορφιά ποτέ δεν ολοκληρωνόταν σε μία μόνο λεπτομέρεια: γιατί κάθε λεπτομέρεια προμήνυε την ομορφιά της ακόλουθης λεπτομέρειας. Η ίδια η ομορφιά της μεμονωμένης λεπτομέρειας ήταν πάντα ανήσυχη. Ονειρευόταν την τελειότητα, αλλά δεν γνώριζε την ολοκλήρωση και την έθελγε ακατάπαυστα η επόμενη ομορφιά, η άγνωστη. Το προμήνυμα ομορφιάς που περιλαμβανόταν σε κάθε λεπτομέρεια συνδεόταν με το διάδοχο προμήνυμα ομορφιάς, κι έτσι τα διάφορα προμηνύματα μιας ομορφιάς η οποία δεν υπήρχε είχαν γίνει το βαθύτερο μοτίβο του Χρυσού Ναού. Αυτά τα προμηνύματα ήταν ενδείξεις ανυπαρξίας. Η ανυπαρξία αποτελούσε την ίδια τη δομή αυτής της ομορφιάς.»²


Στο διαμέρισμα της Λίντα. Φέρνει την τούρτα των γενεθλίων της. Την ακουμπάει στο τραπεζάκι του σαλονιού και τακτοποιεί. Η περούκα της είναι στολισμένη με άσπρα τριαντάφυλλα.

Η ενέργεια που υπάρχει μέσα στο όνειρο μέχρι να καταστραφεί.

– Καλώς ήλθες.
– Ξέρω τι έκανες.
– Δεν θέλω να σε χάσω.
– Μην κλαις. Όχι δάκρυα για μένα. «Καθρέφτη, καθρεφτάκι μου, ποιά είναι η ωραιότερη απ’ όλες;» Τι αστείο! Μεγαλώνεις.
– Είσαι σκληρός.
– Ο χρόνος σου τελείωσε.
– Έτσι απλά;

Μπορείς να συνεχίσεις χωρίς ανταπόκριση;

Είσαι σαν ένα γλυκό δηλητήριο μέσα μου. / Είσαι μέσα στο μυαλό μου κι ο χρόνος είναι το παρελθόν. / Αιτία όλου μου του πάθους είσαι εσύ. / Είναι πολύ αργά για μένα πια. / Αυτό το υπνωτικό τραγούδι με παίρνει μακριά. / Μόνο η φωνή σου έχει τη δύναμη να με ξυπνήσει. / Πού είσαι; / Θα μ’ αφήσεις να φύγω μακριά;

Όχι, δεν μπορείς.


– Σ’ αρέσει ο ρόλος σου;
– Πολύ. Αν και θα ήθελα να μην αυτοκτονήσει η Λίντα.
– Τι αισθάνεσαι όταν παίζεις;
– Ποτέ δεν είμαι τόσο πολύ ο εαυτός μου παρά όταν δεν είμαι ο εαυτός μου.


Η Έντι προχωράει ανάμεσα στους τάφους κρατώντας ένα μεγάλο λευκό τριαντάφυλλο. Η κηδεία της Λίντα. Το στεφάνι έχει άσπρα τριαντάφυλλα και μαύρη κορδέλα.

Όταν, ω σκοτεινή ομορφιά, κλειστά θα ‘χεις τα μάτια.³

– Έντι, κοίτα! Οι τάφοι βουλιάζουν!
– Εύχομαι να βουλιάξει όλη η χώρα.
– Όσα δεν παρασύρθηκαν απ’ τα νερά μουλιάζουν. Όλα είναι ψεύτικα, ψεύτικα λουλούδια από τους τάφους!
– Εύχομαι να βουλιάξει όλη η χώρα.



1. Σαρλ Μπωντλαίρ, LXXVI Spleen από τη συλλογή «Tα άνθη του κακού», 1861
2. Γιούκιο Μίσιμα, «Ο ναός του Χρυσού Περίπτερου», 1956.
3. Σαρλ Μπωντλαίρ, «Μεταθανάτια τύψη» από τη συλλογή «Tα άνθη του κακού», 1861.